Στο τελευταίο του άρθρο της στήλης του «Ημερολόγιο» ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος ανθολογεί ένα από τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στο «20» του Παντελή Μπουκάλα (ΑΓΡΑ) που γράφτηκε εις μνήμη του γιού του Σπύρου που σκοτώθηκε σε δυστύχημα το 2011. Διαβάστε, καταρχάς, το σπαραχτικό ποίημα.
ΛΕΩ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ.
Να πω πως ήταν όνειρο κακό
πανάθλιος εφιάλτης
πάει σκόρπισε στο φως
Και να σε δω στρωμένο στο κομπιούτερ,
τη μια η εργασία σου
γηπεδικά συνθήματα συλλογή και ταξινόμηση
την άλλη να σκοράρεις ακατάσχετα
στα εικονικά σου πρωταθλήματα
κι ανάμεσα η ενημέρωση
πορείες καταλήψεις
παρτάκια και μπιρίτσες
και βέβαια (το ξανάπα;)
ποιος έρχεται ποιος φεύγει
απ’ την ομάδα
ποιος τραυματίστηκε
και –γελάγαμε με τις πηγαίες ελληνικούρες–
ποιος αιλούρος ξεφυτρώνει στα τσικό
ποια κυριακάτικη απέκρουση η καλύτερη
Πριν καν νιφτώ,
«έλα να δείς τα δέκα καλύτερα του Ρονάλντο ρε φάδερ
– ποιος Κριστιάνο τώρα άλλο το θέαμα άλλο το θέατρο»
Ποτέ δεν σε προλάβαινα.
Τα νέα που σου έλεγα
τά ’ξερες μέρες πριν
– δεν άντεχες, με ψιλοδούλευες:
Αργείς γεράκο μου αργείς
Σκουριάσαν οι βιδούλες στη μεσούλα σου;
Και στο κομπιούτερ με δασκάλευες
Όταν βεβαίως σ’ το επέτρεπε η βιασύνη σου
Μήνες παρακαλούσα
ποιοι μήνες – χρόνια
πες μου αστεράκι μου πώς μετατρέπω
σε γουόρντ το σύστημά του το παμπάλαιο
που με βολεύει και δεν λέω να τ’ αρνηθώ
Τίποτα εσύ
Πού να σου εξηγώ
Ώσπου εδέησες μια μέρα
Δυο κινήσεις όλες κι όλες άντε τρεις
Και μου τις έμαθες
Με τη βαριεστημένη σου την τρυφερότητα
προς κολλημένους αδαείς
Ένα δεν μού ’μαθες
Δεν με ετοίμασες.
Τι κάνω τώρα
πες μου αστέρι μου
με το «Ανώνυμο» τετραγωνάκι που δεν ξέρω πώς
μόνο το πότε ξέρω
τότε
πεισμάτωσε
κλειδώθηκε
κι όλο να το πατάω
κι όλο να επιμένει
«Απρόσμενο τέλος φακέλου»
Δεν το πετάω στα απορρίμματα
Λέω
ίσως κάποια χαράματα με λυπηθείς
ίσως το χέρι τρυφερά μου δασκαλέψεις
και μου δείξεις το κλειδί
Δεν μπορεί
Δεν μπορεί να μ’ αφήσεις αγράμματο
Και τώρα λέω να σηκωθώ.
Να ξαναπάμε απ’ την αρχή
την τρυφερή λογομαχία μας
«Θα βγείς;»
«Ε τί... Μεσολογγίτες δίχως έξοδο
δεν πάει, Μεσολογγίτη μου.
Πάει;»
«Άσ’ τα τα πονηρά. Τι ώρα θα γυρίσεις;»
«Αργάμισι
Και βγάλε την ομοιοκαταληξία
απ’ το μυαλό σου».
Και μ’ έζωναν φίδια σωστά οι δείχτες
ώσπου ν’ ακούσω μέσα στον σκυλίσιο ύπνο μου
τον ήχο του μωρού σου
κι ύστερα το κλειδί στην πόρτα.
Και κάθε που γυρνούσες,
γυρνούσα εγώ πλευρό
κι άρχιζα πάλι να χλευάζω
τον καθεβραδινό μου πανικό
και να τον σιχτιρίζω
Λέω να σηκωθώ.
Ν’ ακούω τον καλπασμό σου κατεβαίνοντας τις σκάλες
και τ’ αστραπόβροντα ανεβαίνοντας
– αυτόν τον καλπασμό που μάταια
τον περίμενε η Ιρμούλα
στημένη ανάμεσα εξώπορτα και σκάλα
απ’ τη στιγμή που το ξυράφι του μετά
έκοψε στα δυο τον κόσμο όλο
κι όλη της η ψυχούλα τανυσμένη
να μυρίσει τον ίσκιο σου
ώσπου κατάλαβε και κρύφτηκε μέσα της
ήρθε σε βρήκε,
κι ο Θρυλέων έπειτα,
το πουλάκι μας,
μαζί του δώσαμε το όνομα
– «θέλει και ρώτημα ρε φάδερ;»
Πρώτη φορά και τελευταία που φτερούγισε
ήταν για να σε βρει
Τον κήδεψα στο χώμα της ροδιάς
Θυμάσαι
Δεν γίνεται να μη θυμάσαι.
Σε θυμάται η ροδιά
Α και να πεταχτούνε λέει τώρα ροϊδοπούλια
να φτιάξουνε φωλιά στο μπουζουκάκι σου
και να μοσχοβολάει κόκκινο το τραγούδι τους
Λέω να σηκωθώ
Ν’ ακούω τις πόρτες να βροντούν
να τρέμουνε στα νεύρα σου απάνω
στη χαμένη ευκαιρία
σε κάποιο φιλί που ξέμεινε άδοτο στα χείλη
για...
Ν’ ακούσω τις δοκιμές σου στο μπουζούκι
όλο και πιο απόκρυφες,
να μην πείθουν τη μελαγχολία σου
να τους δοθεί αμέριστη
Ν’ ακούω τα τραγούδια που ακούς
Ν’ ακούω
τον ήχο της μηχανής σου όταν γυρνούσες
ελάχιστα πριν φέξει
κι άλλαζα πια πλευρό ησυχασμένος
Τι; Το ξανάπα; Και;
Λέω να ξυπνήσω.
Να παραγγείλουμε δυο πίτσες
ή καλύτερα να πεταχτείς να πάρεις ένα-δυο βρόμικα
να καθαρίσουμε
Να λύσουμε έπειτα κάνα σταυρόλεξο
όλα εκείνα που άφησες μισοδουλεμένα
ενθουσιασμένος πάντως με την αργοπορημένη ανακάλυψη
– άλλη μια αντίδραση πες φυσικότατη
στην πατρική λεξιλαγνεία
Αλλά τι κάθομαι και υπολογίζω
Τον ήχο του γυρισμού σου δεν τον έχω ακούσει ακόμα
Στο δρόμο
Είσαι στο δρόμο
Πάντοτε στο δρόμο
Στα ισόβια είκοσί σου
τα αιώνια
Με ληστεμένο το ωραίο
το ιερό δικαίωμα της φθοράς
Λέω λοιπόν να μην ξυπνήσω πια
Κάπου ανάμεσα στο ύπαρ και στο όναρ
να τρώω τα συκώτια μου
να τρώγομαι
Και να μη σώνομαι ποτέ
Νά ’χω να κλαίω
Αφού ποτέ
ποτέ μου
δεν θα σε προλάβω πια
Γράφει λοιπόν ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος στη Lifo
Μια φορά γράφει κανείς κάτι τέτοιο στη ζωή του ― που καλύτερα να μη το έγραφε ποτέ. Το «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα. Για το θάνατο του εικοσάχρονου γιού του, σε δυστύχημα με μοτοσυκλέτα. Αισθάνομαι ότι δεν έχω το δικαίωμα να το κρίνω. Είναι σα να μπαίνεις στο μέσα δωμάτιο ενός σπιτιού που πενθεί. Πας σιγά. Λες «είμαι κι εγώ εδώ» και σωπαίνεις. Δεν ξέρω καν τι είναι αυτό το ολιγοσέλιδο βιβλίο ― είναι ποίημα; Μάλλον ναι, για να έχει στίχους. Συγκλονίζει όμως με ένα τρόπο, πέρα απ΄ τις λέξεις, αν και οι λέξεις είναι το μαύρο τους θεμέλιο. Πώς κρίνεις έναν άντρα που κλαίει και κλαίγοντας φιλεί το χυμένο αίμα; Ίσως είναι η αγάπη που έχω για αυτόν τον άνθρωπο― τον ακέραιο άντρα της δημοσιογραφίας και της διανόησης, που είχα την τύχη να συναντήσω στο πρώτο επαγγελματικό μου βήμα, παιδάριο, στον «Δεκαπενθήμερο Πολίτη» και στα σπίτια του, τότε στην Αδριανού, αργότερα στην Τζιραίων. Πριν καν γεννήσει το γιό του. Έχοντας χωνέψει την επιτάφια γραμματεία όσο λίγοι (οι πρώτες του μεταφράσεις ήταν ο «Επιτάφιος Αδώνιδος» του Βίωνος και τα «Αρχαία Ελληνικά Επιτύμβια Επιγράμματα», πάντα στην Άγρα) κι έχοντας ολοκληρώσει τον τρίτομο άθλο του για το Δημοτικό Τραγούδι (στο οποίο οι άνθρωποι κουβεντιάζουν με το Χάρο σα να είναι καμμιά γειτόνισσα), ο Παντελής ξέρει βαθιά το τραγούδι του πένθους, το μοιρολόι― από την αρχαία ρίζα του. Τώρα όμως ήρθε το βίωμα και τον βρήκε. Τώρα το ξέρει κατάσαρκα. Κι αυτό που γράφει δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν είναι δάκρυα ή μελάνι. Εξ ού και η αμηχανία μου. Το μόνο που είμαι βέβαιος είναι ότι αυτό το βιβλίο έχει ήδη ξεχωριστή θέση στη νέα ελληνική ποίηση.
Η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου θυμήθηκε τα κείμενα του Παντελή από την Καθημερινή, κάθε Μεγάλο Σάββατο
Οι αναγνώστες των εφημερίδων θεωρούμε οικείους μας αυτούς που διαβάζουμε επί χρόνια, καθημερινά. Άλλοτε τους βρίζουμε, τις περισσότερες φορές επευφημούμε, σε κάποιες περιπτώσεις, όπως αυτή του Παντελή Μπουκάλα, μας μαγεύουν σταθερά. Οπότε το ποίημα που διάβασα με συγκλόνισε γιατί γράφτηκε από τον Παντελή Μπουκάλα για τον γιo του και δεν είναι μια ποιητική δημιουργία γενικώς και αορίστως. Είναι από έναν συγκεκριμένο άνθρωπο που διαβάζω όλο τον ενήλικο βίο μου για τον γιό του.
Πριν το θάνατο του γιου του, ο Παντελής Μπουκάλας συνήθιζε να γράφει κάθε Μεγάλο Σάββατο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ένα υπέροχο άρθρο αρχαιογνωσίας με θέμα τις προσλαμβάνουσες για το θάνατο και την ανάσταση. Θυμάμαι κάθε τέτοια μέρα να πηγαίνω στο περίπτερο αχάραγα για να αγοράσω την εφημερίδα, μόνο γι αυτή την περιήγηση στον Κάτω Κόσμο και τη συνθήκη του πένθους που ξεκινούσε από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής γραμματείας, περνούσε στα χριστιανικά και συχνά κατέληγε στο Δημοτικό Τραγούδι. Δεν έχω διαβάσει κάτι ανάλογο σε ομορφιά και βάθος σε όσες γλώσσες γνωρίζω.
Όταν ο γιός του σκοτώθηκε, ο Παντελής Μπουκάλας σταμάτησε να γράφει για τον θάνατο μέσα από τη Γραμματεία και τα κείμενα.
Είναι τρομακτική η στιγμή που η πραγματικότητα σου χτυπάει την πόρτα. Ξαφνικά όλες οι λέξεις που ξέρεις χάνονται και πρέπει να τις βρεις ξανά μόνος σου, από την αρχή και μετά από το χρόνο που χρειάζεται για να αρχίσει να μεταβολίζεις τον πόνο, αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί.
Τελικά, δεν είσαι ποτέ έτοιμος γι' αυτό που σου συμβαίνει. Είτε πρόκειται για θάνατο είτε πρόκειται για έρωτα.
Η φωτογραφία είναι του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου από τη Lifo. Και γράφει τα εξής ο Στάθης: Τη μέρα που έμαθα το τρομερό νέο, για το θάνατο του γιου του Παντελή, ήμουν εδώ και είχε βγει αυτή η φωτογραφία. Δεκαπενταύγουστος στις Βάτσες της Αστυπάλαιας. Ένα σαν αυτά τα παιδιά...
