Νόμος του κράτους θα πρέπει να θεωρείται το νομοσχέδιο του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ, Παύλου Μαρινάκη, για την (νέα) αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών, καθώς σήμερα υπερψηφίστηκε από τη Βουλή. Στο εν λόγω σχέδιο νόμου προστέθηκε και διάταξη για αναγνώριση της προϋπηρεσίας δημοσιογράφων της ΕΡΤ, του ΑΠΕ-ΜΠΕ και της ΓΓΕΕ σε άλλους κλάδους από αυτούς στους οποίους εργάζονται τώρα, εντός όμως του ίδιου φορέα. Επιπλέον, όπως αναφέρει το σχετικό δελτίο τύπου της ΓΓΕΕ, το επόμενο διάστημα θα κατατεθεί νομοθετική ρύθμιση και για την αδειοδότηση όλων των ραδιοφωνικών σταθμών της επικράτειας.
Τα σημαντικότερα σημεία του νόμου, πια, για τις νέες άδειες των περιφερειακών καναλιών είναι τα εξής:
- Η θέσπιση αυστηρότερων κυρώσεων για τη μη τήρηση των κανώνων από τους σταθμούς, που θα φτάνουν μέχρι και την ανάκληση της άδειάς τους.
- Η δυνατότητα αποκλειστικής εκπομπής των καναλιών σε HD υπό τον όρο της μετάβασης στο τεχνολογικό πρότυπο μετάδοσης DVB-T2 (από το DVB-T που ισχύει σήμερα).
- Η κατάργηση των προβλέψεων του «Νόμου Παππά» περί αδειοδότησης με το μοντέλο της δημοπρασίας.
- Η προστασία των υπαρχουσών θέσεων εργασίας των εργαζομένων στους τηλεοπτικούς σταθμούς, και η δυνατότητα δημιουργίας νέων.
- Η προστασία του ανταγωνισμού από σταθμούς «φαντάσματα» ή άλλους που δεν πληρούν ελάχιστες προϋποθέσεις και κριτήρια.
- Η ενίσχυση του ελέγχου και της εποπτείας του ΕΣΡ στα περιφερειακά κανάλια, με την αύξηση του προσωπικού του κατά 62%.
Η αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών θα πραγματοποιηθεί από το ΕΣΡ, το εξ ορισμού αρμόδιο όργανο για την χορήγηση αδειών, ανά Περιφερειακή Ζώνη. Ο αριθμός τους θα καθοριστεί έπειτα από εισήγηση της ΕΕΤΤ και γνώμη του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, ανάλογα την χωρητικότητα του φάσματος στην εκάστοτε Π.Ζ., συνυπολογίζοντας πληθυσμιακά δεδομένα και οικονομικές συνθήκες.
Η διαδικασία ανά Π.Ζ. θα πραγματοποιηθεί σε δύο φάσεις. Στην πρώτη θα ελέγχονται συγκεκριμένες ποιοτικές προϋποθέσεις με κριτήρια «on/off», τα οποία οφείλει να πληροί οποιοσδήποτε τηλεοπτικός σταθμός ώστε να λάβει άδεια, είτε ενημερωτική είτε μη ενημερωτική.
Τέλος, οι αδειούχοι δεν θα καταβάλλουν αντίτιμο για την άδεια, όπως γίνεται τώρα με τους πανελλαδικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, αλλά ένα «συμβολικό ετήσιο ποσό υπέρ του κόστους εποπτείας από το ΕΣΡ», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ΓΓΕΕ, το οποίο θα διαφέρει ανάλογα με την περιφέρεια.
Παρακάτω η δήλωση του Παύλου Μαρινάκη για το νομοσχέδιο:
Με το νομοθετικό πλαίσιο για τη λειτουργία των καναλιών περιφερειακής εμβέλειας, το οποίο φέραμε και ψηφίστηκε σήμερα από την Ολομέλεια της Βουλής, αφήνουμε οριστικά πίσω ένα καθεστώς λειτουργίας που παρέμενε «προσωρινό» επί 28 χρόνια. Περνάμε πλέον σε ένα πλαίσιο οριστικής αδειοδότησης, με κανόνες, διαφάνεια και σαφή κριτήρια. Και το κάνουμε με τον θεσμικά ορθό τρόπο: Η εκτελεστική εξουσία δεν αναλαμβάνει τη χορήγηση των αδειών. Η διαδικασία ανατίθεται, όπως επιβάλλει το Σύνταγμα, στο αρμόδιο ανεξάρτητο όργανο, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Επίσης, αφήνουμε πίσω το αποτυχημένο μοντέλο της δημοπρασίας, καθώς δεν πιστεύουμε ότι είναι σωστό να παίρνει άδεια όποιος δίνει τα περισσότερα χρήματα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να επισημανθεί ότι κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου διαμορφώθηκε ένα πεδίο συνεννόησης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ο διάλογος διεξήχθη με όρους ουσίας και αμοιβαίου σεβασμού, αντί στείρας αντιπαράθεσης. Τα τοπικά κανάλια είναι οι σταθμοί αυτοί που προβάλλουν τα πολύ σημαντικά ζητήματα για κάθε χωριό, κάθε πόλη, κάθε νομό, κάθε γειτονιά και της Αττικής και της περιφέρειας. Είναι οι δημοσιογράφοι, οι τεχνικοί, οι υπάλληλοι συνολικά, αλλά είναι και οι τηλεθεατές, οι οποίοι τα βλέπουν και για πάρα πολλά χρόνια βλέπανε τα τοπικά τους ζητήματα να προβάλλονται σε χαμηλότερης ποιότητας εικόνα και μέσα από εταιρείες που κάθε χρόνο περίμεναν τον εκάστοτε υπουργό να ανανεώσει την άδειά τους. Αυτή λοιπόν τη σοβαρή συζήτηση κάποιοι την τίμησαν. Και αναφέρομαι στην κυβερνητική πλειοψηφία και ένα μέρος της αντιπολίτευσης και κάποιοι την απαξίωσαν. Εγώ λοιπόν κρατώ τη θετική εικόνα. Η τελική μορφή της νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι αποτέλεσμα της διαβούλευσης που προηγήθηκε, των εισηγήσεων και των προτάσεων των φορέων, αλλά και της συμβολής εκείνου του μέρους της αντιπολίτευσης που άσκησε τον θεσμικό του ρόλο με υπευθυνότητα.
