Ο Νίκος Σερβετάς δεν είναι πια μαζί μας

Ο Νίκος Σερβετάς δεν είναι πια μαζί μας

 

Σε ηλικία 66 ετών έφυγε ξαφνικά από τη ζωή ο δημοσιογράφος Νίκος Σερβετάς, προκαλώντας θλίψη στον δημοσιογραφικό κόσμο.

 

Η ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ με θλίψη αποχαιρετά τον δημοσιογράφο Νικόλαο (Νίκο) Σερβετά, ο οποίος έφυγε ξαφνικά χθες από τη ζωή, σε ηλικία 66 ετών.
Ο Νίκος Σερβετάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Από το 1980 έως τα τέλη της δεκαετίας του '90, έζησε στη Σουηδία, όπου και σπούδασε κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας.
Εργάστηκε ως συντάκτης και παρουσιαστής ειδήσεων στις ελληνικές εκπομπές του σουηδικού ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, σχολιαστής του σουηδικού τηλεοπτικού σταθμού TV4, συνεργάτης του πρακτορείου Pressens Bild, ανταποκριτής του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων και κατά καιρούς συνεργάτης ελληνικών εφημερίδων και ραδιοτηλεοπτικών μέσων με έδρα τη Στοκχόλμη.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, εργάσθηκε στο ΑΠΕ και την ΕΡΤ και στις εφημερίδες «Εξουσία», «Η Νίκη της Δημοκρατίας», «Money», «Εποχή», «City Press» και «Documento». Επιπλέον, εργάστηκε ως διευθυντής σύνταξης στο ραδιοφωνικό σταθμό «Εν Λευκώ» και στις ιστοσελίδες «NetDaily», «Science Illustrated» ενώ συμμετείχε και στη δημοσιογραφική ομάδα της «ForthNet».
Διετέλεσε μέλος της Ένωσης Δημοσιογράφων Σουηδίας (SJF 1986-2000) και της Ένωσης Ξένων Ανταποκριτών Σουηδίας (FPA 1988-1998), στην οποία από το 1992 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Επίσης, ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και υπεύθυνος Τύπου στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους στην Ουψάλα.
Μετέφρασε από τα σουηδικά στα ελληνικά το βιβλίο «Άκου λευκέ» του δημοσιογράφου - ανθρωπολόγου Λαρς Πέρσον και τα βιβλία «Οι καλύτερες προθέσεις» και «Σαββατογεννημένος» του σκηνοθέτη-σεναριογράφου Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Επίσης, από τα ελληνικά στα σουηδικά, τους οδηγούς «Ρέθυμνο» και «Λάδι, ο δρόμος στη μακροβιότητα». Συμμετείχε στην τετραμελή ομάδα που επιμελήθηκε το Σουηδο-ελληνικό Λεξικό, το οποίο εκδόθηκε το 1999 από οργανισμό αντίστοιχο του ΟΕΣΒ του Υπουργείου Παιδείας της Σουηδίας, και ήταν επιστημονικός συνεργάτης του εκδοτικού οίκου RiksMedia.
Ο Νίκος Σερβετάς υπήρξε ένας συνάδελφος με υψηλή επαγγελματική κατάρτιση, ήθος και υποδειγματική συμπεριφορά προς τους συναδέλφους του.
Διήνυσε μια μακρά και σημαντική διαδρομή στη δημοσιογραφία, την οποία ουδέποτε αντιμετώπισε απλώς ως ένα επάγγελμα βιοπορισμού. Είχε ευρείες γνώσεις, βαθιά καλλιέργεια και άποψη για τη ζωή και τα κοινά.

 

Η εφημερίδα «Εποχή» τον αποχαιρετά

Πέθανε ο αγαπημένος μας Νίκος Σερβετάς. Ο Νίκος ήταν πάντα δίπλα και μέσα στην Εποχή. Οξυδερκής, δυναμικός, αεικίνητος, άνθρωπος της διαρκούς προσφοράς και πάντα της καλής παρέας.

 

Ο Γιώργος Αλλαμανής, της «Εφημερίδας των Συντακτών», post-αρε μία κουβέντα που έκαναν, πριν από λίγα χρόνια

Έχεις εικόνα Νίκο για το τί γκελ έκαναν τα ελληνόφωνα ραδιοφωνικά προγράμματα για παιδιά μεταναστών, ιδίως η Λιλιπούπολη, στο ακροατήριό τους;
Τα πολύ ποιοτικά προγράμματα δεν είχαν την απήχηση που περιμέναν οι παραγωγοί. Οι περισσότεροι μετανάστες στη Σουηδία, με τους κώδικες επικοινωνίας που κουβαλούσαν μαζί τους, δεν είχαν τις προσλαμβάνουσες του Τρίτου Προγράμματος. Όταν έρχονταν γράμματα στη Σύνταξη θέλανε Καζαντζίδη, τα τραγούδια της εποχής με την ευρεία απήχηση. (τραγουδάει) «Η φάμπρικα, η φάμπρικα δε σταματά δουλεύει νύ- δουλεύει νύχτα μέρα…», αυτά. Κι αν τους έβαζες τα «Μπαράκια» του Γερμανού που μόλις είχαν κυκλοφορήσει τότε, σε κοιτάγανε…

Πώς το εξηγείς αυτό; Είχανε στο μυαλό τους την Ελλάδα της εποχής που έφυγαν;
Εσύ κι εγώ αναφερόμαστε σε μεσαίες και πάνω συνοικίες των Αθηνών που γεννήσανε τις προϋποθέσεις της Λιλιπούπολης. Και τις πήρε μια μελισσούλα και τις έκανε μέλι. Οι άνθρωποι αυτοί, από το Κιλκίς, το Αγρίνιο, αυτές τις δύο μεγάλες πόλεις έχω συναντήσει εγώ, δεν ξέρανε τί είναι το Τρίτο Πρόγραμμα.

Κι αν έχουν έρθει και στη δεκαετία του ’60…
Δουλεύουν για να γυρίσουνε πίσω, δεν έχουν συμμετοχή στη σουηδική κοινωνία, είναι απομακρυσμένοι από την ελληνική κοινωνία, από την οποία, στις 20 μέρες που έρχονται το καλοκαίρι ζητάνε αυτά που άφησαν. Τα χρόνια περνάνε, αυτά που άφησαν εκλείπουν και αυτό τους κάνει να χρηματοδοτούν την αναπαραγωγή τους μέσω του «φτου» (κάνει ότι σαλιώνει ένα χαρτονόμισμα και το κολλάει στο κεφάλι ενός μουσικού) «Παίξε το τέτοιο…» στον μπουζουξή. Ως πολιτιστική αναφορά ζητάνε το πανηγύρι, τέτοια. Ενώ λοιπόν βλέπεις από τη μία να κάνεις εσύ προγράμματα αντιρατσιστικά, καθοδηγούμενα από τη Σουηδική Ραδιοφωνία, τα προγράμματα απευθύνονται σε ανθρώπους που λένε «Τους μ@λ@κες τους Σουηδούς». Κι «Εγώ το παιδί μου δεν θα το αφήσω να σουηδοποιηθεί, θα πάρει Ελληνίδα», την κόρη του Γιώργου, καλή, χαζή να ‘ναι, κοντοχωριανή να ‘ναι.

Δραπέτευσαν τα παιδιά τους από αυτή τη νοοτροπία;
Ένα ποσοστό. Ένα άλλο, πολύ μεγάλο – είναι να γελάς -, ενίσχυσε τους ακροδεξιούς Σουηδούς! Αυτό δεν συνέβη μόνο με τους Ελληνες, συνέβη σε πολλά παιδιά μεταναστών. «Εμείς είμαστε Ελληνες, οι άλλοι είναι Γιουγκοσλάβοι» και λοιπά. Δημιούργησαν και τις παρέες των περιχώρων γύρω απ’ τις μεγάλες πόλεις, δημιούργησαν τα γκέτο γιατί «Εγώ θα ζήσω κοντά στο Γιώργο γιατί οι γυναίκες μας, η Μαρίκα με τη Σούλα, όταν εγώ θα είμαι στη δουλειά θα συναντιούνται να πίνουνε καφέ», τα παιδιά μεγαλώνουνε [ακούγοντας] «Οι Σουηδοί είναι αλκοολικοί», ενώ αυτοί παίζουνε τζόγο ή τραβάνε μαχαίρια. Η δυσκολία της γλώσσας δυσκόλεψε την επαφή με τη σουηδική κοινωνία, δεν έχουνε Σουηδούς φίλους πέρα κάποιων πολύ εξτρίμ περιπτώσεων που για τους δικούς τους κοινωνικούς λόγους αφοσιώθηκαν και ονομάστηκαν στην ελληνική γλώσσα «ελληνικά γραμματόσημα». Δηλαδή κοπέλες που παντρευόντουσαν τον ένα μετά τον άλλο Ελληνα για να δίνουνε άδειες παραμονής.

Για να βοηθήσει η καημένη...
Για να βοηθήσει, για τον εαυτό της ή κάτι άλλο. Αυτό το συναντάς και στην Αμερική. Είχα μια μικρή εμπειρία απ’ την Αστόρια, όταν είχα πάει να κάνω ένα μεγάλο τηλεοπτικό πρόγραμμα. Η μητέρα του παιδικού μου φίλου μου είπε, όταν τελείωνε η εκπομπή, εκεί που πέφτουν τα γράμματα, «Ο,τι και να ζούμε δεν μετράει γιατί εμάς η καρδιά μας είναι στην Ελλάδα». Όταν πήγα εγώ ήταν εκεί περίπου 30 χρόνια. Και ο γιός της ήθελε να πάρει Ελληνίδα.

Στη Σουηδία αυτή τη στιγμή που μιλάμε [2021] υπάρχει το ίδιο άνοιγμα στις κοινότητες των μεταναστών; Υπάρχουν σήμερα ελληνόφωνη τηλεόραση, ελληνόφωνο ραδιόφωνο;
Όχι, όχι. Αυτά έχουν καταργηθεί από την ένταξη της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 1995. Εχουν μεγαλώσει και έχουν γίνει περισσότερα άλλα [κανάλια και σταθμοί] που απευθύνονται σε Κούρδους, σε δυο τρεις γλώσσες Αφγανών κλπ.

Αρα τίποτα δεν έχει αλλάξει; ‘Η στην επιφάνεια η κατάσταση μένει ίδια αλλά πίσω κάτι έχει αλλάξει;
Η σουηδική κοινωνία, είτε είναι σοσιαλδημοκρατική είτε όπως σήμερα δεξιά, μέλημά της είναι να δουλεύει, να λειτουργεί. Θέλουν ο καθένας να παράγει το 70% της δυνατότητάς του κάθε μέρα. Για να το κάνει αυτό οι προϋποθέσεις είναι να κοιμηθεί, να ντυθεί, να είναι καλά. Αρα αυτά του τα δίνουμε για να είναι καλά και να μας δίνει το 70%, κάθε μέρα.

Και να έχει τα έπιπλα τα κοινά, που είναι η αντίληψη του ΙΚΕΑ.
Ακριβώς. Δεν ισχύει στον Σουηδό να του πεις «Κλείνουμε τεύχος και τρέχουμε σαν τρελοί». Θα σου πει «Γιατί τρέχεις σαν τρελός;».

Τελευταία απορία μου: το σουηδικό κράτος είχε αποτέλεσμα σε αυτή την πολιτική ήπιας ισχύος για την ενσωμάτωση των μεταναστών;
Οποιος απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση θα λύσει ένα απ’ τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχει βάλει ένας περίφημος καθηγητής απ’ τον Καναδά, λέγεται Τέιλορ, το βιβλίο του λέγεται «Πολυπολιτισμικότητα» και γράφεται στα μέσα του ’90. (γελάμε) Αυτό είναι πολύ μεγάλο ζήτημα. Ναι, είχαν αποτέλεσμα. Γιατί αν μη τί άλλο τα παιδιά που άκουσαν αυτά τα προγράμματα εμπλούτισαν από τη φαντασία μέχρι το λεξιλόγιό τους. Αν ήταν όλα τα προγράμματα σαν τη Λιλιπούπολη θα είχαμε ένα άλλο πολιτιστικό πεδίο και στους μετανάστες και στην Ελλάδα. Μην ξεχνάμε ότι εγώ μεγάλωσα με τη θεία Λένα και το «δα-δα-το δαδί» στα αναγνωστικά - και μου ήρθε η Λιλιπούπολη και ήταν πολιτισμικό σοκ για μένα, ως μεγάλος. Η τότε φίλη μου, νηπιαγωγός, δίδασκε τη Λιλιπούπολη, στους παιδικούς σταθμούς που είχαν οι ελληνικές κοινότητες στη Σουηδία. Και εμπνεύστηκε να γράψει και δικές της ιστορίες. Αν το αποτέλεσμα είναι μετρήσιμο δεν μπορώ να το πω, γιατί δεν μετριέται ο πολιτισμός, δεν ξέρεις ποιο στοιχείο θα πετάξεις. Τον Καραγκιόζη, τον Εκδικητή ή τον Λόουν Ρέιντζερ για να τοποθετήσεις τη Λιλιπούπολη;