Του Άκη Έβενη
Κάθε καλοκαίρι, η χώρα μας έρχεται αντιμέτωπη με μια διαρκή περιβαλλοντική και κοινωνική τραγωδία, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα δασών μετατρέπονται σε στάχτη, καταστρέφοντας ανεπανόρθωτα τον φυσικό πλούτο και το μέλλον των επόμενων γενεών. Στην πρώτη γραμμή αυτής της άνισης μάχης βρίσκονται οι πυροσβέστες και οι εθελοντές, οι οποίοι ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια και συχνά πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα, χάνοντας τη ζωή τους στο καθήκον. Η αυτοθυσία τους γίνεται ακόμη πιο δραματική αν αναλογιστεί κανείς ότι παλεύουν με τις φλόγες αντιμέτωποι με διαχρονικά ανεπαρκή μέσα, παλαιωμένο εξοπλισμό και τραγικές ελλείψεις σε προσωπικό. Πίσω από το μέτωπο της φωτιάς, η επόμενη μέρα ξημερώνει μέσα στην απόγνωση και τον βουβό θρήνο των πολιτών, που βλέπουν τους κόπους μιας ζωής και τα σπίτια τους να γίνονται παρανάλωμα του πυρός μέσα σε λίγα λεπτά, βιώνοντας την απόλυτη εγκατάλειψη από το κράτος.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό του ολέθρου, της κοινωνικής οργής και της ανθρώπινης οδύνης, εκτυλίσσεται παράλληλα μια άλλη, αθέατη αλλά εξίσου σοβαρή πτυχή ανευθυνότητας. Πρόκειται για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται οι άνθρωποι της ενημέρωσης. Δίπλα στους πυροσβέστες, οι ρεπόρτερ, οι εικονολήπτες και οι τεχνικοί των τηλεοπτικών συνεργείων μετατρέπονται σε θύματα μιας εγκληματικής αδράνειας. Εκτίθενται καθημερινά στο δηλητήριο του καπνού χωρίς τα στοιχειώδη μέσα προστασίας, για χάρη της τηλεθέασης.
Η ευθύνη των ιδιωτικών ΜΜΕ που πληρώνονται από τους πολίτες αλλά αγνοούν την ασφάλεια
Η μεγαλύτερη και πιο άμεση ευθύνη βαραίνει τις ιδιωτικές τηλεοπτικές επιχειρήσεις και τις διοικήσεις τους. Η πίεση για το κυνήγι του πιο εντυπωσιακού και δραματικού πλάνου ρίχνει τους εργαζόμενους ως αναλώσιμη βορά στην αρένα της τηλεθέασης. Οι ιδιωτικοί σταθμοί συντηρούνται απευθείας από την τσέπη του πολίτη, αφού στην Ελλάδα η επιβίωσή τους βασίζεται στη διαφημιστική δαπάνη. Ένα κυμαινόμενο ποσοστό της τάξης του 12% έως 20% ενσωματώνεται στις τελικές τιμές των καταναλωτικών προϊόντων που αγοράζουμε καθημερινά. Παράλληλα, τα ιδιωτικά ΜΜΕ ενισχύονται αδρά με δημόσιο χρήμα, μέσω κρατικών εκστρατειών ενημέρωσης και εκατομμυρίων ευρώ σε επιδοτήσεις από τον ΕΚΚΟΜΕΔ για τηλεοπτικές παραγωγές.
Ενώ εισπράττουν αυτά τα τεράστια ποσά από την κοινωνία, οι εργοδοσίες παραβιάζουν προκλητικά τον Κώδικα Νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Η αποστολή ρεπόρτερ και τεχνικών σε ζώνες καταστροφής χωρίς Μέσα Ατομικής Προστασίας (ΜΑΠ) -όπως μάσκες FFP3 ή μισού προσώπου με φίλτρα A2P3- συνιστά παράνομη πράξη. Αξίζει να διευκρινιστεί ότι οι απλές χειρουργικές μάσκες δεν προσφέρουν την παραμικρή προστασία, καθώς δεν φιλτράρουν τον καπνό. Σε περίπτωση που ένας εργαζόμενος υποστεί αναπνευστική βλάβη, οι νόμιμοι εκπρόσωποι των καναλιών βρίσκονται αντιμέτωποι με αυτεπάγγελτες ποινικές διώξεις για σωματική βλάβη από αμέλεια ή έκθεση σε κίνδυνο, καθώς και με υπέρογκες αστικές αποζημιώσεις
Η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση και η διολίσθηση του θεσμικού προτύπου
Η ΕΡΤ, ως δημόσιος φορέας ο οποίος χρηματοδοτείται απευθείας από τους Έλληνες πολίτες μέσω του ανταποδοτικού τέλους, φέρει διπλή κοινωνική και θεσμική ευθύνη. Οφείλει να δείχνει τον δρόμο και να δίνει το παράδειγμα της ορθής επαγγελματικής πρακτικής. Αντί όμως να εφαρμόζει απαρέγκλιτα διεθνή πρότυπα ασφαλείας -όπως το BBC, το οποίο απαγορεύει ρητά τη μετάδοση από επικίνδυνες ζώνες χωρίς γραπτή αξιολόγηση κινδύνου (Risk Assessment) και υποχρεωτική χρήση ειδικού προστατευτικού εξοπλισμού- η δημόσια τηλεόραση διολισθαίνει στην αντιγραφή των κακών πρακτικών του ιδιωτικού ανταγωνισμού.
Φορείς και πολιτεία με διακηρύξεις στα χαρτιά και απουσία στις φλεγόμενες περιοχές
Τα συνδικαλιστικά όργανα (ΕΣΗΕΑ, ΠΟΕΣΥ) και οι κρατικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί περιορίζονται πολύ συχνά σε ανακοινώσεις εκ των υστέρων, αφήνοντας τους δημοσιογράφους απροστάτευτους την ώρα της κρίσης. Η Επιθεώρηση Εργασίας (ΣΕΠΕ) παραμένει προκλητικά απούσα από τις ζώνες καταστροφής, την ίδια ώρα που οι παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας και της ασφάλειας των εργαζομένων συντελούνται σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση.
Την ίδια ώρα, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) εξαντλεί την αυστηρότητά του σε παραβάσεις άλλου τύπου. Κλείνει όμως προκλητικά τα μάτια μπροστά στην εικόνα ανθρώπων που θέτουν τη ζωή τους σε άμεσο κίνδυνο για τις ανάγκες του τηλεοπτικού προϊόντος. Παράλληλα, παρά τη θεσμοθέτηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων, η εφαρμογή του στην πράξη παραμένει απελπιστικά αργή. Τα υποχρεωτικά σεμινάρια ασφαλείας και οι αυστηροί κανόνες θωράκισης των εργαζομένων στα πεδία των καταστροφών παραμένουν, για την ώρα, απλές διακηρύξεις.
Ατομική ευθύνη και η ψευδαίσθηση του ηρωισμού στις ζώνες κινδύνου
Παρά τις εγκληματικές παραλείψεις των εργοδοτών, οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Η ατομική ευθύνη αποτελεί το τελευταίο και πιο κρίσιμο ανάχωμα για την προστασία της ίδιας τους της ζωής. Στην πραγματικότητα, πολλοί ρεπόρτερ υποκύπτουν στην πίεση του τηλεοπτικού ανταγωνισμού και παγιδεύονται σε μια ψευδαίσθηση ηρωισμού. Φοβούνται ότι αν φορέσουν προστατευτική μάσκα, θα φανούν λιγότερο «θαρραλέοι» από τον συνάδελφο του διπλανού καναλιού, ή ότι ο εξοπλισμός θα αλλοιώσει τη φωνή και τη δραματικότητα της ζωντανής μετάδοσης.
Βάσει του νόμου, ωστόσο, ο εργαζόμενος έχει κάθε δικαίωμα να αρνηθεί την εκτέλεση εργασίας σε περιβάλλον υψηλού κινδύνου, εφόσον δεν του παρέχονται τα απαραίτητα ΜΑΠ. Η υποταγή στις εντολές του κοντρόλ για χάρη της τηλεοπτικής αδρεναλίνης δεν είναι γενναιότητα. Συνιστά μια επικίνδυνη, εθελούσια έκθεση σε κίνδυνο.
Πρόταση για την ανάκτηση θεσμικού ρόλου
Μια ριζική αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της θεσμοθέτησης ενός ανεξάρτητου, αυστηρού Εσωτερικού Κανονισμού Δημόσιας Δεοντολογίας και Ασφάλειας. Ένας τέτοιος κανονισμός θα επιβάλλει την καθολική εφαρμογή διεθνών προτύπων, όπως το Risk Assessment του BBC. Η ΕΡΤ, αλλά και το σύνολο των ΜΜΕ, οφείλουν να επενδύσουν στην εκπαίδευση του κοινού και στη δημιουργία μιας νέας σχολής ενημέρωσης. Μιας σχολής όπου η εγκυρότητα, η ψυχραιμία και ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή των εργαζομένων θα αποτελούν το μοναδικό, αδιαπραγμάτευτο κριτήριο αξιοπιστίας τους.
Συμπέρασμα
Η κάλυψη των φυσικών καταστροφών αποτελεί έναν εξαιρετικά απαιτητικό, ειδικό κλάδο της δημοσιογραφίας που προϋποθέτει απόλυτο επαγγελματισμό. Καμία είδηση, κανένα αποκλειστικό πλάνο και κανένα ποσοστό τηλεθέασης δεν αξίζει τη μόνιμη αναπνευστική βλάβη ή, ακόμα και τη ζωή, ενός ανθρώπου. Είναι η ώρα οι ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις, η δημόσια ραδιοτηλεόραση, οι ελεγκτικοί φορείς αλλά και οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί. Πριν η εγκληματική αυτή αδράνεια οδηγήσει σε μια ανεπανόρθωτη τραγωδία, σε ζωντανή μετάδοση.
