Του Γιάννη Πούλλου (Newsletter, Documento)
Η 22α Απριλίου δεν είναι απλώς μια επέτειος για τη μουσική· είναι μια υπενθύμιση για το πώς η τέχνη μπορεί να σταθεί απέναντι στη βία και τον διχασμό. Όταν ο θρύλος της ρέγκε Bob Marley ανέβηκε στη σκηνή του φεστιβάλ «One Love Peace Concert» στο Κίνγκστον της Τζαμάικα το 1978, δεν επέστρεφε απλώς σε μια συναυλία. Επέστρεφε σε μια χώρα που βρισκόταν στα όρια της διάλυσης.
Η απόπειρα δολοφονίας εναντίον του σχεδόν δύο χρόνια νωρίτερα, στις 3 Δεκεμβρίου 1976, δεν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό. Ένοπλοι εισέβαλαν στο σπίτι του και τον πυροβόλησαν, τραυματίζοντάς τον στο στήθος και στον βραχίονα. Στόχος δεν ήταν μόνο ο ίδιος ως καλλιτέχνης, αλλά και το σύμβολο που είχε γίνει: μια φωνή με τεράστια απήχηση σε μια κοινωνία βαθιά πολωμένη. Η Τζαμάικα της εποχής εκείνης μαστιζόταν από σκληρές συγκρούσεις μεταξύ πολιτικών παρατάξεων, με τη βία να έχει περάσει από τους δρόμους στην καθημερινότητα.
Παρά τους τραυματισμούς του, σε μια πράξη πείσματος και ευθύνης ο Marley εμφανίστηκε στη σκηνή μόλις δύο ημέρες μετά την επίθεση δηλώνοντας ότι «οι άνθρωποι που προσπαθούν να κάνουν τον κόσμο χειρότερο δεν παίρνουν ρεπό, γιατί να πάρω εγώ;». Όμως το μήνυμα ήταν σαφές: η παρουσία του είχε γίνει επικίνδυνη. Οι απειλές συνεχίστηκαν και ο ίδιος οδηγήθηκε στην αυτοεξορία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εκεί, μακριά από την ένταση της πατρίδας του, βρήκε τον χώρο να δημιουργήσει. Το άλμπουμ «Exodus» που ηχογράφησε εκεί, δεν ήταν απλώς ένα μουσικό έργο αλλά ένα πολιτικό και προσωπικό σχόλιο για την απομάκρυνση, την αναζήτηση και το νόστιμον ήμαρ της επιστροφής.
Κάτι που έγινε το 1978 και είχε χαρακτήρα σχεδόν τελετουργικό. Το φεστιβάλ «One Love Peace Concert» διοργανώθηκε με στόχο να λειτουργήσει ως γέφυρα σε μια κοινωνία που είχε μάθει να ζει με τον φόβο. Οι δύο βασικοί πολιτικοί αντίπαλοι, ο τότε πρωθυπουργός Μάικλ Μάνλεϊ με τη σοσιαλδημοκρατική και αντιιμπεριαλιστική ρητορική και ο Έντουαρντ Σιάγκα με τον φιλοδυτικό και οικονομικά φιλελεύθερο προσανατολισμό, εξέφραζαν εκ διαμέτρου αντίθετες ιδεολογίες με τα στρατόπεδά τους να συγκρούονται βίαια στους δρόμους. H πιο εμβληματική στιγμή της συναυλίας ξεπέρασε τη μουσική. Κατά τη διάρκεια του «Jammin’», ο Marley κάλεσε τους δύο ηγέτες στη σκηνή και, μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους, τους ένωσε τα χέρια. Δεν ήταν μια αυθόρμητη κίνηση εντυπωσιασμού αλλά μια συνειδητή, πολιτική πράξη. Για λίγα λεπτά, η εικόνα αυτή που έκανε τον γύρο του κόσμου διέκοψε την «κανονικότητα» της σύγκρουσης αφού κατέγραψε μια σπάνια στιγμή δημόσιας αναγνώρισης ότι ο διχασμός είχε φτάσει σε οριακό σημείο και έδειξε κάτι που έμοιαζε αδύνατο: ότι οι αντίπαλοι μπορούν να συνυπάρξουν, έστω και συμβολικά.
Παρά το ότι για πολλούς Τζαμαϊκανούς εκείνη η στιγμή δημιούργησε μια αίσθηση ότι η ειρήνη δεν ήταν εντελώς ανέφικτη, ούτε σταμάτησε άμεσα η βία ούτε έπαψαν οι βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις, αφού το πολιτικό σύστημα δεν μπορούσε -ή δεν ήθελε.
Όμως η δύναμη της εικόνας αυτής δεν βρισκόταν στο αποτέλεσμα, αλλά στο μήνυμα. Ο Marley δεν ήταν πολιτικός ούτε διαπραγματευτής. Ήταν ένας καλλιτέχνης που αξιοποίησε το μοναδικό του κεφάλαιο -την επιρροή του- για να επιβάλει, έστω στιγμιαία, μια εικόνα ενότητας εκεί όπου κυριαρχούσε ο διχασμός.
Σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά, στη Τζαμάικα δεν επικρατεί η εκρηκτική κατάσταση της δεκαετίας του ’70, όμως η εγκληματικότητα, οι κοινωνικές ανισότητες και οι παλιές διαχωριστικές γραμμές εξακολουθούν να δοκιμάζουν τη συνοχή της χώρας. Σε αυτό το περιβάλλον, η εικόνα του Bob Marley να ενώνει τα χέρια δύο αντιπάλων πάνω στη σκηνή δεν ανήκει απλώς στο παρελθόν αλλά λειτουργεί ως υπενθύμιση όχι μιας διαρκούς ανάγκης.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο δυνατό και διαχρονικό μήνυμα εκείνης της νύχτας: ότι η ενότητα, όσο εύθραυστη κι αν μοιάζει, παραμένει πάντα μια πράξη που κάποιος πρέπει να τολμήσει να κάνει την πρώτη κίνηση. Και ότι, κάποιες φορές, μια σκηνή και ένα τραγούδι μπορούν να πουν περισσότερα από τους πολιτικούς.
.jpg)