Η Μαρία άφησε το ραδιόφωνο αναμμένο

Η Μαρία άφησε το ραδιόφωνο αναμμένο
Ακολουθήστε μας στο Google news

13 Φεβρουαρίου 2026

 

Του Ηλία Σελιμά

Ο παππούς ο Ανέστης δεν κοίταζε ποτέ το ρολόι. Δεν χρειαζόταν. Η ζωή του μετρούσε τις ώρες με τον ήχο. Στις οκτώ το πρωί, η βαριά ανάσα της καφετιέρας. Στις δέκα, το τρίξιμο της εξώπορτας από τον ταχυδρόμο. Αλλά η πραγματική ζωή, η σύνδεση με τον κόσμο που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στα μάτια του λόγω του καταρράκτη, ξεκινούσε με ένα απαλό κλικ.

Ραδιόφωνο είναι το κουτί από ξύλο καρυδιάς που στεκόταν πάνω στο δαντελένιο σεμέν της κουζίνας. Ένα παλιό Grundig, με λυχνίες που ζεσταίνονταν αργά, σαν να έπαιρναν ανάσα πριν αρχίσουν να διηγούνται ιστορίες. Για τον Ανέστη, το ραδιόφωνο δεν ήταν συσκευή· ήταν ο τελευταίος κάτοικος ενός σπιτιού που είχε αδειάσει από φωνές εδώ και χρόνια.

«Πάλι με αυτόν τον θόρυβο κάθεσαι;» τον ρώταγε η εγγονή του, η Μαρία, τις Κυριακές που τον επισκεπτόταν. Προσπαθούσε να του δείξει πώς να χρησιμοποιεί το τάμπλετ, να του βάλει «καθαρό» ήχο, χωρίς παράσιτα.

Ο Ανέστης χαμογελούσε, χαϊδεύοντας το φθαρμένο περιστροφικό κουμπί. «Δεν είναι θόρυβος, Μαρία μου. Είναι η απόσταση. Αυτό το φσσσ που ακούς ανάμεσα στους σταθμούς είναι ο δρόμος που κάνει η φωνή για να φτάσει μέχρι εδώ. Αν δεν έχει παράσιτα, πώς θα καταλάβεις ότι έρχεται από μακριά;».

Εκείνο το απόγευμα του Φλεβάρη, το κρύο είχε τρυπώσει από τις χαραμάδες. Ο Ανέστης κάθισε στην πολυθρόνα του και άπλωσε το χέρι στο γνώριμο κουμπί. Η βελόνα γλίστρησε πάνω στους αριθμούς: 90... 94... 98. Σταμάτησε σε έναν σταθμό που έπαιζε παλιά λαϊκά, από εκείνα που η βελόνα του γραμμοφώνου είχε χαράξει στην καρδιά του.

Ραδιόφωνο είναι η ικανότητα να ταξιδεύεις χωρίς να κουνηθείς από την παλιά σου πολυθρόνα. Καθώς το κλαρίνο άρχισε να κλαίει στις χαμηλές συχνότητες, ο Ανέστης δεν έβλεπε πια τους τοίχους του διαμερίσματος στην Κυψέλη. Έβλεπε το πανηγύρι στο χωριό το 1964. Ένιωθε την παλάμη της Ελένης, ζεστή και ιδρωμένη, να σφίγγει τη δική του στον κύκλο του χορού. Μπορούσε να μυρίσει το νωπό χώμα και το ψημένο κρέας.

Το ραδιόφωνο δεν του έδινε εικόνες έτοιμες, όπως η τηλεόραση. Του έδινε τις ψηφίδες και τον άφηνε να φτιάξει εκείνος το μωσαϊκό. Ήταν μια συνεργασία ανάμεσα σε έναν άγνωστο εκφωνητή και έναν μοναχικό ακροατή.

«Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός... Η ώρα είναι έξι. Ακολουθούν οι ειδήσεις».

Ο Ανέστης άκουγε για πολέμους σε μέρη που δεν θα επισκεπτόταν ποτέ, για αλλαγές στον καιρό που δεν τον επηρέαζαν πια, για απεργίες και θριάμβους. Κι όμως, ένιωθε μέλος της ανθρωπότητας. Όσο η φωνή έβγαινε από το ηχείο, δεν ήταν μόνος. Κάπου εκεί έξω, χιλιάδες άλλοι άνθρωποι άκουγαν την ίδια ακριβώς ανάσα του εκφωνητή την ίδια στιγμή. Μια αόρατη κλωστή τους έδενε όλους.

Τα χρόνια πέρασαν και τα χέρια του Ανέστη άρχισαν να τρέμουν. Η όρασή του τον πρόδωσε τελείως, αλλά η ακοή του έγινε κοφτερή σαν νυστέρι. Ξεχώριζε τον παραμικρό τριγμό της λυχνίας.

Μια νύχτα, μια ξαφνική διακοπή ρεύματος βύθισε το σπίτι στο απόλυτο σκοτάδι. Η σιωπή ήταν τρομακτική. Ο Ανέστης ένιωσε το κενό να τον πλακώνει. Ψάχνοντας στα τυφλά, βρήκε ένα παλιό τρανζιστοράκι με μπαταρίες, το «ταξιδιωτικό» του. Το έφερε κοντά στο αυτί του.

Όταν η Μαρία τον βρήκε το επόμενο πρωί, ο παππούς είχε αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα. Το τρανζιστοράκι έπαιζε ακόμα σιγανά μια εκπομπή για τους ναυτικούς. Ο εκφωνητής διάβαζε μηνύματα αγάπης από οικογένειες που περίμεναν τα πλοία να γυρίσουν.

Η Μαρία πήγε να το κλείσει, αλλά σταμάτησε. Κοίταξε το παλιό κουτί, άκουσε τον ελαφρύ θόρυβο των παρασίτων και ένιωσε, για πρώτη φορά, αυτό που ένιωθε εκείνος. Δεν ήταν μια συσκευή που μετέδιδε πληροφορίες. Ήταν ένας φάρος.

«Τι είναι τελικά το ραδιόφωνο, παππού;» τον είχε ρωτήσει κάποτε.
«Είναι η απόδειξη ότι η φωνή μας μπορεί να νικήσει τη σιωπή, ακόμα κι όταν εμείς δεν είμαστε πια εκεί», της είχε απαντήσει.

Η Μαρία άφησε το ραδιόφωνο αναμμένο. Η φωνή του εκφωνητή συνέχιζε να γεμίζει το δωμάτιο, ζεστή και ανθρώπινη, υπενθυμίζοντας σε όποιον ήθελε να ακούσει ότι, όσο υπάρχει μια συχνότητα στον αέρα, κανείς δεν είναι πραγματικά μόνος. Γιατί, τελικά, ραδιόφωνο είναι η ίδια η ζωή, μεταφρασμένη σε κύματα που ταξιδεύουν αιώνια στο σύμπαν, ψάχνοντας ένα αυτί να τα φιλοξενήσει.