Ανέκαθεν έβρισκα τους κακούς δίσκους ενδιαφέροντες. Τουλάχιστον από δημοσιογραφικής άποψης. Με τους μέτριους είναι που έχω μεγάλο πρόβλημα! Με αυτούς που αποκτούν (χρηστική και μόνο) αξία όταν απλά γεμίζουν το background.
Μερικοί τέτοιοι έπεσαν στα χέρια μου αυτές τις μέρες. Αρχής γενομένης απο το Go του Jonsi, την παντελώς αδιάφορη πρόσφατη προσωπική δουλειά του ιθύνοντα νου των Ισλανδών Sigur Ros. Ένα σαφώς αδιάφορο αναμάσημα της μουσικής που τον καθιέρωσε (αυτή τη φορά με Αγγλικό στίχο για να σκαμπάζουμε κι εμείς οι απέξω) που περισσότερο με μεταφρασμένα b-sides της μπάντας του μοιάζει παρά με πρωτότυπες δημιουργίες. Θετικά διακείμενος απέναντι σε ολόκληρη τη σκηνή της χώρας που έκανε την πτώχευση ξανά μόδα στην Ευρώπη του 21ου αιώνα, ειλικρινά δε βρίσκω κανένα λόγω ύπαρξης για τον συγκεκριμένο δίσκο πέρα από την εκ παραδρομής ενασχόληση μαζί του από μερίδα φανατικών του γκρουπ.
Δυστυχώς όμως το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισα και με άλλον ένα καλλιτέχνη στου οποίου το μεγαλείο δεν παραλείπω να υποκλίνομαι όποτε και όπως μου δοθεί η ευκαιρία. Μιλάμε φυσικά για τον Jack White και το τελευταίο του πόνημα, το δεύτερο (μα πότε πρόλαβε;) άλμπουμ του με το project των Dead Weather (θυμίζω τη "θεότητα" Allison Mosshart των Kills και τους "κοινούς" Dean Fertita και Jack Lawrence που τον πλαισιώνουν), που φέρει τον τίτλο Sea Of Cowards, εμπνευσμένο πιθανώς από τις άνευρες συνθέσεις του δημιουργού του και τις βεβιασμένες εκτελέσεις των συνδαιτυμόνων του. Για να μην παρεξηγηθώ, τίποτα δε μπορεί να χαρακτηριστεί κάτω του μετρίου στα 11 tracks αυτού του δίσκου, τίποτα δε θα σου αποσπάσει και την προσοχή όμως, όπως συνέβη από τις πρώτες κιόλας νότες των αριστουργηματικών singles του περσινού Horehound. Το βρώμικο, ωμό, καθαρόαιμο rock 'n' roll που χαρακτηρίζει κάθε δισκογραφικό βήμα του κύριου White δε θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να απουσιάζει. Τι να το κάνεις όμως όταν λείπει η ψυχή;
