
Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας. Τα βιβλία του είναι διαφορετικά, βίαια και συχνά αφοπλιστικά εύστοχα. Από κοντά είναι ένας γλυκός και συμπαθής άνθρωπος με τον οποίο νιώθεις άνετα. Υπάρχει πάντα ένα θέμα για συζήτηση και εκείνος έχει πάντα μια ενδιαφέρουσα άποψη να εκφράσει. Είναι πολυγραφότατος. Πίσω, όμως, από τα 24 βιβλία του κρύβει τέσσερις χιλιάδες βινύλια! Η μουσική αποτελεί μέρος της ζωής και της συγγραφής του. Όταν είναι θλιμμένος παίζει μουσική. Όταν γράφει βιβλία ακούει μουσική. Όταν είναι Στο Κόκκινο - 105,5 FM (καθημερινά 15:00 15:30) επιλέγει μουσική. Όταν δίνει συνεντεύξεις συζητά για μουσική. Με άλλα λόγια, στην παρακάτω συνέντευξη ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος μίλησε στο Γιώργο (Μυζάλη) και τη Νότα (Μπούμπαλου) για... νότες!
Ποιο είναι το πρώτο μουσικό ερέθισμα που θυμάσαι;
Το American Woman. Το Badge, αυτό δεν είναι (σ.σ. παιζόταν από τα ηχεία εκείνη τη στιγμή, στο βιβλιοπωλείο όπου διεξήχθη η συνέντευξη); Είναι George Harrison και Eric Clapton από τους Cream. Στο σπίτι, ακούγανε διάφορα οι δικοί μου. Λαϊκά και οτιδήποτε έπαιζαν τα ραδιόφωνα. Αλλά με θυμάμαι μικρούλη, στην εφηβεία, να έχω πάρει το πρώτο τρανζιστοράκι και τότε να είναι πολύ μεγάλη επιτυχία το American Woman και να το ακούω το βράδυ στο μαξιλάρι. Εκείνη την εποχή ήτανε υπό διωγμόν τα ξένα τραγούδια. Τότε ήταν η δικτατορία που έπαιζε τσάμικα, στα πένθη, τα εθνικά παίζανε κλασική μουσική, και, κατά τα άλλα, απαγορευότανε να παίξεις ροκ μουσική ή ποπ. Ο μόνος που έπαιζε τότε ήταν ο αμερικάνικος σταθμός της βάσης. Θυμάμαι ότι πήγαινα στο αυτοκίνητο του πατέρα μου, «έπιανα» στο ραδιόφωνο και άκουγα εκεί. Επιτυχία της εποχής, λοιπόν, ήταν το American Woman. Εκ των υστέρων, που το σκέφτομαι, και το American κάτι έλεγε, και το Woman σημειολογικά. Οπότε εντάξει είμαστε (γέλια).
Γενικότερα, αγαπημένη μουσική;
Το ροκ της γενιάς μου, δεν ήταν όπως των προηγουμένων, της γενιάς του πολυτεχνείου, των πιο μεγάλων από μένα, των σημερινών εξηντάρηδων εξηνταπεντάρηδων, που ακούγανε rock and roll. Για εμάς, πια, ήταν μια πιο λαϊκή κουλτούρα το ροκ. Μετά ήρθε η Μεταπολίτευση με την πολιτικοποίηση, όπου άκουσα και Θεοδωράκη και αντάρτικα και λαϊκά άλλη μανία αυτή με τα λαϊκά. Μάλλον αφυπνίστηκε η παλιά μνήμη, που παιδί άκουγα λαϊκά. Εγώ μάλιστα γεννήθηκα και σε μια λαϊκή συνοικία. Και βέβαια, μεγάλη λατρεία ήταν μουσικοί σαν το Σαββόπουλο, που ταιριάξανε αυτά τα δύο, παρόλο που ο Σαββόπουλος μας πρόδωσε με τις επιλογές του και έγινε πολύ συστημικός, εκφράζοντας βέβαια και τη γενιά του σε αυτό. Είχε το θάρρος, που πολύ τον εκτιμάω για αυτό, και είπε: «δεν κάνω άλλα καινούργια». Αυτό, πολύ λίγοι μπορούν να το κάνουν και θέλει τρομερή δύναμη, ειδικά όταν είσαι δυνατός και δεν έχεις βγάλει 800.000 έργα, να πεις σταματάω εδώ. Όμως είμαστε τυχεροί που υπήρξε, που στο πρόσωπό του ακούσαμε πράγματα. Δεν ήταν απλώς ο Έλληνας Ντύλαν, ανακάτεψε τους ζωναράδικους χορούς με το Ντύλαν
Που έβγαλε και το Ντιρλαντά
Ναι. Ο Σαββόπουλος είναι ένας τρομερός πυλώνας της ζωής μας, δεν είναι απλώς μουσική. Εκεί, βλέπεις την καλή μουσική καλή με όλες τις έννοιες: στίχο, σκηνική παρουσία και ιδιαιτερότητα της ερμηνείας, γιατί δεν ήτανε η «φωνάρα» - να γίνεται σημαντικό κομμάτι της ζωής σου. Θα περάσει ο καιρός και θα συζητάμε για τα χρόνια της φούσκας που περάσαμε και θα λέμε: τι ακούγανε οι άνθρωποι; Βίσση και Βανδή. Και μη χειρότερα. Φαντάσου ευτέλεια. Και το ίδιο ισχύει και για τα αναγνωστικά γούστα. Αν δούμε τι κυριαρχούσε. Εγώ λέω, εκ των υστέρων, σε αυτό το βιβλίο που έβγαλα πριν την «Κρυφή πληγή», με τίτλο «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας» - που είναι μισοαυτοβιογραφικό και μισοκοινωνικό και περιλαμβάνει όλη τη δεκαετία ότι ήτανε μια δεκαετία που η Ελλάδα κυνήγησε την επιτυχία υστερικά και το αποτέλεσμα ήτανε να οδηγηθεί στην ολοσχερή αποτυχία. Και περιγράφω και τη δική μου αποτυχία, ότι δεν υπήρξα ο σούπερ επιτυχημένος λογοτέχνης και, ευτυχώς, γιατί οι επιτυχημένοι αυτής της φούσκας μου φαίνονται τερατωδώς αποτυχημένοι. Αλίμονο, δηλαδή, αν μείνουν αυτά τα ψυχαγωγικά αναγνώσματα. Αυτήν την παρακμή, την επιδερμικότητα και τη ρηχότητα ζούσαμε, λόγω καταναλωτισμού.
Σε μια συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Δημήτρης Αποστολάκης, από τους Χαΐνηδες, μου είπε ότι, περισσότερο από την οικονομική, τον ενοχλεί η πνευματική φτώχεια των Ελλήνων.
Ε, βέβαια. Γιατί να σας πω κάτι; Παρόλα αυτά που βλέπουμε, παρόλο που υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουνε στα σκουπίδια και παρόλο που διάφοροι δοκιμάζονται άγρια και συνθλίβονται, ακόμα ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, πιο πολύ φοβάται ότι θα πεινάσει, παρά πεινάει πραγματικά. Αυτό που είναι μαράζι, είναι ότι ο κόσμος είναι κλεισμένος μέσα, μόνος του, χωρίς ένα τραγούδι ή ένα βιβλίο να τον εμψυχώσει. Γράφτηκαν και τέτοια τραγούδια, αλλά δεν είχε μυαλό κανένας για αυτά. Δεν είχε ψυχή και καρδιά για να «ανοιχτεί» προς τα εκεί..
Πάντως ο Σαββόπουλος εμφανίζεται σε πολλά βιβλία.
Δικά μου; Αλήθεια; Δεν το είχα προσέξει. Αυτό, στο οποίο είχα τα πιο πολλά, ήταν η «Μεγάλη άμμος», όπου είχα πολλούς στίχους του, που έχει ο ήρωας μανία.
Ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στην Έλσα - Ερνα.Ναι στο ίδιο βιβλίο. Όντως τελικά. Δεν είναι τυχαίο. Παιδιά, ο Σαββόπουλος είχε κάτι που δεν είχε κανένας άλλος. Αν δεις τους άλλους: Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος, μοιάζανε λίγο σαν ανθυποθεοδωρακοχατζιδάκηδες. Ήτανε μικρότερου αναστήματος όμως από εκείνους. Ο Σαββόπουλος, αν και επίσης μικρότερου αναστήματος από το Χατζιδάκι και το Θεοδωράκη, είχε ένα προσωπικό κράμα που εξέφραζε ένα άλλο στίγμα, πιο κοντά στη δική μου γενιά, αν και ανήκε σε μεγαλύτερη γενιά. Σε μένα είναι πιο κοντά ο Πορτοκάλογλου, με τον οποίο γνωριζόμουν και προσωπικά, και έχω κάνει και φωνητικά σε ένα δίσκο του. Ήξερα, για την ακρίβεια, τον Οδυσσέα
Τον Τσάκαλο;
Ναι. Μάλιστα, στο πρώτο μου βιβλίο, τα «Κομματάκια», τον αναφέρω και ονομαστικά Οδυσσέα.
Ο Οδυσσέας είναι ο Οδυσσέας Τσάκαλος;
Ναι. Που παίζουμε με ένα συγκρότημα.
Που «τρώτε» τα νεράντζια (γέλια) (σ.σ. σκηνή από το βιβλίο «Κομματάκια»).
Όχι, δεν είχαμε φάει νεράντζια ποτέ (γέλια) Μάλιστα, τώρα τελευταία, πριν από μερικά χρόνια, είδα όχι βγήκε από τον Ιανό ένα βιβλίο του Πορτοκάλογλου με τους στίχους των τραγουδιών ή κάτι τέτοιο, και με αναφέρει σε μια συνέντευξή του. Δεν το είχα προσέξει. Εγώ ήμουν φίλος με τον Οδυσσέα, κάναμε μαζί διακοπές στην Εύβοια
Η Εύβοια εμφανίζεται συνεχώς στα βιβλία σου. Κάποια ηρωίδα είχε και σχέση με την Κάρυστο.
Έχω βάλει και την Κάρυστο; Δεν το θυμάμαι. Τη Χαλκίδα έχω βάλει στην «Επινόηση της πραγματικότητας».

Υπάρχει, στη «Μεγάλη Άμμο», νομίζω.
Αυτό είναι ένα από τα μειονεκτήματά μου. Έχω αρχίσει να τα μπερδεύω από τα πολλά. (γέλια) Για να επανέλθουμε, έχω πάρει μια συνέντευξη από τον Πορτοκάλογλου, που υπάρχει στο βιβλίο που σας έλεγα πριν. Είχε δημοσιευτεί σε ένα περιοδικό με τον τίτλο «Πρόσωπα» και την συμπεριέλαβε ο Πορτοκάλογλου στο βιβλίο του. Μέσα σε αυτή τη μεγάλη βιογραφική συνέντευξη, λέω στον Πορτοκάλογλου ότι ήμουν φίλος με τον Οδυσσέα και κάναμε μαζί διακοπές στην Εύβοια. Μάλιστα του περιγράφω μια σκηνή, όπου έπαιζα εγώ κιθάρα με το στόμα και ο Οδυσσέας τύμπανα, χρησιμοποιώντας ένα διπλό βιπεράκι της Οριάννα Φαλάτσι για το Βιετνάμ, που είχα εγώ. Έπαιζε ντραμς, λοιπόν, με τα χέρια, χρησιμοποιώντας το βιπεράκι και το διέλυσε. Το έσκισε τελείως. Ο Νίκος λοιπόν θυμάται σε μια από τις συνεντεύξεις του βιβλίου και μια άλλη ιστορία. Εγώ είχα βρει μια κιθάρα, μια Les Paul μαύρη, και είχαμε πάει και παίζαμε σε ένα πάρτυ, με ένα γκρουπ αυτοσχέδιο έπαιζε και ο Νίκος, έπαιζα κι εγώ. Παίζαμε το «While my guitar gently weeps» και το «Ohio» των Crosby, Stills, Nash and Young και μετά παίζαμε μαζί με διάφορους άλλους σε μια λέσχη στη Νέα Σμύρνη γιατί όλοι αυτοί ήταν από τη Νέα Σμύρνη και πήγαινα και τους συναντούσα εκεί όπου ήταν και τα παιδιά που αργότερα έκαναν τους Χάνομαι γιατί ρεμβάζω.
Ο Χάρης Καβαλλιεράτος και οι άλλοι;
Ναι. Γράφει επίσης ο Νίκος ότι ήτανε κι ο Ορφέας ο Περίδης και τραγουδούσε εκεί, μαζί μας. Σαν χορωδία. Δεν θυμάμαι καλά. Κάτι είχανε κάνει σαν θεατρικό με μουσική.. Επίσης, στον πρώτο δίσκο του Θοδωρή Μανίκα που λέγεται «Απόψε φύγαμε», πριν κάνει τους Dirty Thirty, έχω κάνει τους στίχους σε ένα τραγούδι. Με το Μανίκα, έκανα ραδιόφωνο πριν γίνει μουσικός, ενώ τον είχα γνωρίσει όταν έκανε παραγωγή στο δίσκο «Ψέμματα» των Φατμέ. Μάλιστα έψαχνα να βρω στο youtube το τραγούδι μας, αλλά δεν υπάρχει. Έχει το ομώνυμο, το «Απόψε φύγαμε», αλλά δεν έχει το δικό μου. Τι άλλη σχέση είχα με τη μουσική; Σε εκείνη τη φάση, που ακόμα δεν είχα βγάλει κι εγώ βιβλίο, σκεφτόμουν πολύ σοβαρά ότι θα με ενδιέφερε να κάνω αυτό σαν επιλογή από το να γράφω. Κάτι που ταίριαζε, δηλαδή, πιο πολύ με την ηλικία μου και τη γενιά μου. Συγγραφέας φαινότανε λίγο έπρεπε να είσαι λίγο γέρος (γέλια). Εμείς ήμασταν πιο ροκάδες. Δεν ξέρω αν είναι οι συμπτώσεις, αλλά με «τράβηξε» πιο πολύ το άλλο.
Τα «Κομματάκια» είναι το πρώτο;
Ναι, τα «Κομματάκια».
Τώρα ενώνεται η ιστορία με τα πριν.
Με τα πριν, ναι. Α! Τώρα θυμήθηκα και το άλλο. Στο «Βγαίνουμε απ το τούνελ» είχα κάνει φωνητικά σε δυο τραγούδια και είχα παρακολουθήσει πολύ και το στούντιο. Σε αυτό και στα «Ψέμματα», εγώ τους σύστησα το Μανώλη Ζαχαριουδάκη, που ήταν συμμαθητής μου από το Περιστέρι και φίλος και τους έκανε τα εξώφυλλα των δίσκων. Ο Μανώλης έχει κάνει και τα εξώφυλλα των πρώτων βιβλίων μου και ήταν από τότε μανιακός με τα computers, σε εποχές που καλά καλά δεν υπήρχαν τα computers. Αν δεις το εξώφυλλο από το «Βγαίνουμε απ το τούνελ» είναι computerized. Από τότε έλεγε εκείνος ότι «τα τελάρα είναι μικροαστικά», «εγώ θα κάνω άλλα» κλπ. Πιστεύω ότι αυτός ο δίσκος ήταν κατά κάποιον τρόπο η μεγαλύτερη επιτυχία των Φατμέ. Μετά διαλυθήκανε κιόλας. Θυμάμαι κάτι τερατώδεις συναυλίες στο Λυκαβητό, που είχε κάνει κι ο Μανώλης, σαν σκηνικό, τις φιγούρες ανάγλυφες στο χώρο. Τότε υπήρχε πιο συλλογικό πνεύμα. Εμείς ήμασταν από τις πρώτες γενιές που φάγανε στο κεφάλι τη λαίλαπα του ατομικισμού. Η επόμενη γενιά, του 1990, αν εμείς πες είμαστε του 1980, ήταν η πλήρως ατομικιστική, η ψηφιακή γενιά, που δεν ξέρουνε τι είναι συλλογικότητα. Εμείς προλάβαμε και λίγο εκείνους του Πολυτεχνείου βρεθήκαμε στο μεταίχμιο. Το ίδιο το συγκρότημα έχει από τη φύση του κάτι το συλλογικό.
Έτσι είναι. Απλώς, αυτό που γίνεται συνήθως και είναι ένα pattern, είναι να αποκόβεται αργά ή γρήγορα από το υπόλοιπο συγκρότημα, ο frontman.
Συνεχίζει μόνος του, ναι. Συμβαίνει συχνά. Αλλά, βέβαια, υπάρχουν και οι Rolling Stones Γιατί το ίδιο το πνεύμα του γκρουπ έχει κάτι από το πνεύμα του ροκ, κάτι το ασυμβίβαστο. Ενώ, αν αρχίσει ο άλλος να λέει μόνος του, κάθε φορά, «δοξάστε εμένα».
Και αν αρχίσει να παίρνει διαφορετικούς μουσικούς σε κάθε εμφάνιση
Ναι, χάνεται κάτι από την ουσία αυτού του πράγματος που ήταν το ροκ. Αυτό, όμως, μάλλον έχει πια χαθεί τελείως. Εγώ βρίσκω, πολλές φορές, πιο πολύ ροκ να έχει ο Eminem, από πολλά ροκ συγκροτήματα.
Σχετικό είναι αυτό. Ροκ ήταν και ο Βαμβακάρης.
Δεν διαφωνούμε. Πιο πολύ μπλουζ θα έλεγα εγώ συγκεκριμένα, αλλά
Το ροκ δεν είναι χαρακτηρισμός του ήχου και μόνο.
Ναι, είναι στάση ζωής, αντικομφορμισμός, μη συμβιβασμένο πνεύμα
Βέβαια, μιλάμε για μεγάλα ροκ συγκροτήματα, που ουδεμία σχέση έχουν, πλέον, με τον αντικομφορμισμό.
Ναι, αλλά να σου πω. Ας πάρουμε τους Rolling Stones για παράδειγμα. Όσο κι αν βιομηχανοποιήθηκε το πράγμα, πάντα έχουν ένα «κάτι», ρε παιδί μου. Κάτι στο στίχο Και τους λες γερόλυκους, αλλά καμιά φορά έχουν περισσότερο τσαγανό, από άλλους που είναι πιτσιρικάδες. Πάντως τα τελευταία χρόνια ακούω πιο πολλή τζαζ.
Αυτή ήταν η επόμενη ερώτηση.
Δεν ξέρω αν είναι θέμα γηρατειών (γέλια).
Κι από live; Σε ποιο live έχεις πάει τώρα τελευταία; Ή σε ποιο live θα ήθελες να πας;Το τελευταίο live που μου άρεσε πάρα πολύ ήταν οι Χειμερινοί Κολυμβητές, στο Παλλάς για τα τριάντα χρόνια τους.
Σε εκείνη την συναυλία που δεν τέλειωνε;
Ναι, ναι, ναι (γέλια). Τον κερατά τον Αργύρη. Τον ξέρω και προσωπικά τον Αργύρη και είναι
Στο τέλος μετά από τρεισήμισι ώρες συναυλία είπε: «δεν προλάβαμε να πούμε και τίποτα» (γέλια).
Είναι φοβερός, παιδιά. Όσο καλά κι αν είναι τα τελευταία τους τραγούδια, όπως το «Καϊμακτσαλάν» ή το «Αεροπλάνο Στελθ», είναι αμίμητη η σκηνική του παρουσία, σε σημείο που δεν μπορεί, ούτε να καταγραφεί σε βίντεο, ούτε να «αιχμαλωτιστεί» σε ένα ηχογράφημα. Το λέω αυτό, όχι μόνο για το τελευταίο live που πήγα, αλλά για μια περίπτωση που αποτελεί τον ορισμό του live, όπου η ζωντανή εμφάνιση δεν αποκαθίσταται από την καταγραφή της. Νομίζω ότι και ο ίδιος τον έχω γνωρίσει προσωπικά και μέσα από τα λεγόμενα της γυναίκας του, που είναι φίλη και πολύ καλή ποιήτρια και λέγεται Γεωργία Τριανταφυλλίδου είναι κατ εξοχήν αυτοσχεδιαστικός τύπος. Είναι η αποθέωση του live. Έφυγα και νόμιζα ότι είχανε κολλήσει τα μάγουλά μου στο σχήμα του χαμόγελου. Τόσο καλά να έχω περάσει, να ευχαριστηθώ
Άλλες συναυλίες που έχουν χαραχτεί στη μνήμη σου.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ, πάλι στο Παλλάς, το Miles Davis, στα τελευταία του χρόνια σε αυτήν την πολύ ηλεκτρονική του φάση. Απίστευτη εμπειρία. Αυτό το φοβερό, που έπαιζε με την πλάτη στο κοινό και τον ήχο της μπάντας του, που αποτελούνταν από τρία άτομα. Πάντοτε, όταν θυμάμαι τα συγκροτήματα που άκουγα μικρός, όπως τους Cream, ήταν τρεις άνθρωποι και παίζανε σαν εβδομήντα. Ακόμα και τώρα που ακούω τα τραγούδια, ο όγκος είναι τόσο συμπαγής. Και ήταν εποχή που είχε νεύρο και τσαμπουκά και αυτό εκφράστηκε και μουσικά. Επίσης μια φορά στην Αμερική, όπου έχω πάει με υποτροφία, σε μια επαρχιακή πόλη, ήρθε και τραγούδησε ο Ray Charles. Δεν θα ξεχάσω αυτή τη συναυλία. Ήταν ένα κατάμεστο θέατρο, αλλά πολύ συμβατικό. Δεν ήταν χώρος για συναυλίες, σα να λέμε το αμφιθέατρο του δημαρχείου. Και αφού τέλειωσε όλο αυτό, ήταν κάπως κρυόκωλα για αυτό το πράγμα, τον μπιζάρανε να βγει να ξαναπαίξει. Τον ξαναέφεραν, λοιπόν, στο σκαμνάκι και λέει: «θα κάνετε αυτό που σας λέω». Είχαμε, εν τω μεταξύ σηκωθεί όρθιοι. Παίζει μια συγχορδία, «όλοι μαζί τώρα», την επαναλαμβάνει το κοινό, παίζει την επόμενη, το ίδιο, την επόμενη, την επόμενη Παίζει χωριστά μια αλληλουχία πέντε συγχορδιών και μετά λέει: «πάμε τώρα, όλο μαζί». Και με το που το παίζει όλο μαζί, συνειδητοποιούμε ότι ήταν ένα φινάλε. Και τέλειωσε. Με ένα εύρημα ξεχωριστό, ο Charles, έκλεισε τη συναυλία με ευγενικό τρόπο. Να σου πω σε ποια συναυλία θα ήθελα να πάω;
Κι αυτή ήταν μια επόμενη ερώτηση.
Στον Prince θα ήθελα να πάω. Αν και έχω δει στο youtube συναυλίες του Prince και δεν ξέρω αν είμαι σίγουρος ότι είναι τόσο ενδιαφέρουσες. Είναι και πολύ κοντός πανάθεμά τον, δεν φαίνεται (γέλια).
Αυτή την ερώτηση την κάνω συνήθως και για συναυλίες που δεν μπορούν πλέον να γίνουν. Πολλοί, για παράδειγμα, απαντούν ότι θα θέλανε να έχουν πάει σε ένα live των Doors.
Εγώ λέω για τον Prince, γιατί είμαι μανιακός και έχω δει άπειρα βίντεο στο youtube. Έχω δει ότι είναι άλλα που δεν θα με ενδιέφερε να τα δω και άλλα που θα ήθελα πολύ. Στο πνεύμα που ρωτάς τώρα, θα ήθελα πάρα πολύ να δω το Jimi Hendrix, που για μένα είναι ένα είδωλο κι ένας άνθρωπος που ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Ξέρεις, ο θάνατος σε νεαρή ηλικία, και ειδικά ο θάνατος σε νεαρή ηλικία ροκ αστέρων, τους μυθοποιεί. Αυτός νομίζω μυθοποιήθηκε δικαίως, γιατί, ακόμα και τώρα, ακούμε τα τραγούδια του. Αν είσαι λίγο πιο σχετικός από απλός ακροατής της μουσικής, καταλαβαίνεις ότι, από τις ενορχηστρώσεις, μέχρι τις ηχογραφήσεις, έχει κάτι τόσο προχωρημένο, που ακόμα και σήμερα φαίνεται σα να είναι μπροστά. Φαντάσου πως φαινότανε τότε. Και το Miles Davis θα ήθελα πολύ να τον ξανακούσω. Επίσης, ένας μουσικός που κάθε τόσο άλλαζε φάσεις. Κάθε φορά ήταν σε άλλο στάδιο και οι κριτικοί δυσανασχετούσαν. Κάθε φορά που του έβαζαν μια ετικέτα, εκείνος έφευγε και πήγαινε αλλού. Φαντάσου πως θα ήταν να τον δεις σε διάφορες φάσεις του και όχι μόνο στη bebop, για παράδειγμα. Και Έλληνες, βέβαια, έτσι; Το Βαμβακάρη που είπες. Εντάξει, νομίζω ότι δεν τελειώνει αυτό. Μπορώ να κάθομαι να σου λέω ονόματα μέχρι αύριο, γιατί έχω πολύ καλή σχέση με τη μουσική, οπότε έχω πολλούς που αγαπάω.
Παίζεις τώρα;
Κιθάρα;
Ναι.
Πολύ πιο λίγο, αλλά πολύ συχνά. Πιο λίγο με την έννοια ότι δεν έχω τη διάθεση να κάτσω να «βγάλω» καινούργια τραγούδια, εννοώ ακούγοντάς τα, αλλά, τώρα που έχω μειώσει το τσιγάρο, για να κάνω και κάτι με τα χέρια μου, πάω και «σκαλίζω» την κιθάρα. Κι έχω προσέξει ότι παίζω όταν είμαι στεναχωρημένος, παίζω όταν έχω κάτι ψυχικό όχι ένταση, όμως.
Όταν κάτι πρέπει να «λυθεί», ας πούμε;
Ναι, κάτι τέτοιο. Ακόμα κι αν παίξω ένα μονότονο πράγμα, ένα σχήμα στην κιθάρα, σαν σόλο ή ένα γνωστό κομμάτι ή τρία ακόρντα, νιώθω ότι εκείνη την ώρα Πως είναι εκείνο το φαινόμενο, που πάντοτε μου έκανε εντύπωση, που βράζεις το νερό και από υγρή μορφή, ξαφνικά, όταν φτάσει στους εκατό βαθμούς, εξατμίζεται; Κάπως έτσι. Έχεις μια διάθεση, μια ψυχική κατάσταση και φτάνεις στο σημείο βρασμού με τη μουσική και γίνεται άλλη μορφή. Να αυτό που λέγαμε για τα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Πώς γίνεται ένα κομμάτι που το έχω παίξει δύο χιλιάδες φορές η εκτέλεση δηλαδή να το παίζω τώρα και να είναι «πεσμένο» και το παίζω μετά από δέκα λεπτά και, επειδή έχω βρει κάποιο οίστρο, να αποκτάει ψυχή. Αυτό, ένας που δεν παίζει μουσική, δεν μπορεί να το καταλάβει. Πρέπει να είναι κανείς πολύ ευαίσθητος ακροατής για να καταλάβει, στην κλασική μουσική, τις διαφορές των εκτελέσεων. Είναι μια μικρή λευκή μαγεία. Κι εκεί πέρα έχουμε άλλη μια απόδειξη ότι πρόκειται για τέχνη και για κάτι μυστηριώδες, που δεν μπορεί να είναι προϊόν υπολογισμού. Κάτι γίνεται εκεί πέρα που είναι μαγικό, που είναι η ψυχή, που είναι μια συμμετοχή πολλών πραγμάτων. Αυτό το ανεπανάληπτο που έχει το πράγμα, η κάθε μουσική στιγμή, η κάθε μουσική εκτέλεση.
Αυτό είναι κάτι που μας έχει στερήσει η τεχνολογία με τη δυνατότητα καταγραφής της πρώτης εκτέλεσης, που δημιουργεί ένα πρωτότυπο.
Αυτό ισχύει σε όλα τα επίπεδα, αλλά τότε καταντάμε νοσταλγοί του παρελθόντος.
Νεογέροι, όπως το έχεις γράψει κι εσύ;
Ναι.
Κιθάρα πως έμαθες;
Εκείνη την εποχή, που ήμουν εγώ μικρός, κιθάρα μαθαίναμε όλοι οι άνδρες που ήμασταν «ανήσυχοι». Παίζαμε πολύ. Αυτό που λέω με τους Φατμέ, μάλιστα, ήταν κάτι σαν πολιτιστικές ανταλλαγές με τη Νέα Σμύρνη. Μάλιστα, έπαιζα και σε ένα συγκρότημα, ένα βραχύβιο γκρουπ, όπου είχαμε παίξει σε ένα θηλέων στην Αγία Παρασκευή και είχαμε τρελαθεί αγοράκια εμείς. Και αυτό ήτανε άπαξ. Είχαμε κάνει τις πρόβες και τα σχετικά. Μάλιστα, θυμάμαι ότι, τι τρομερό, ξύπνησα για να παίξω και ήμουν βραχνιασμένος φοβερά. Και μου λέγανε οι άλλοι και είχα πιει κάτι αβγά ωμά για το λαιμό, κόντευα να κάνω εμετό. Και μετά έγινε και διακοπή ρεύματος. Όλες οι κατάρες, λες και μας είχανε μουντζώσει (γέλια). Αλλά υπήρχε φοβερή σκηνή με γκρουπ. Παίζαμε σαν τρελοί κιθάρα. Θυμάμαι ένα φίλο, που ο αδερφός του ο μεγαλύτερος είχε αγοράσει ένα βιβλίο με παρτιτούρες των Beatles, που είχε όλα τα κομμάτια με τους στίχους και συγχορδίες για κιθάρα, και μας τις έβγαζε φωτοτυπίες σελίδα σελίδα και μας τις πούλαγε (γέλια).
Μάλλον λες το γνωστό βιβλίο με τον τίτλο «The Beatles complete».
Ναι, αυτό.
Το έχω κι εγώ αυτό.
Μα το πήρα και στην κόρη μου, αργότερα, για πιάνο. Και φυσικά από εκεί έπαιξα και πολλά τραγούδια των Beatles. Ήτανε, λοιπόν, αυτό το γκρουπ, ένα χαρακτηριστικό της περιόδου. Μας θυμάμαι να πηγαίνουμε σε κάτι απίθανες συνοικίες που παίζανε οι Socrates για να τους ακούσουμε ή κάτι άλλα συγκροτήματα με απίστευτα ονόματα, που δεν τα θυμάμαι καν. Ήτανε το κλίμα τέτοιο. Εδώ, έβλεπα μια μέρα μια και λέμε αυτά σκηνές από τα «Τραγούδια της φωτιάς» του Κούνδουρου και είναι ο Θεοδωράκης, νέος, με αυτό το μάο πουκάμισο και διευθύνει και τραγουδάει, και έδειχνε πλάνα του κόσμου στις κερκίδες και δεν το πίστευα για τι αγανακτισμένο κόσμο με ένταση, να φωνάζει και τώρα πια είναι ο κόσμος τόσο ευνουχισμένος σε σχέση με το τότε. Φαντάσου τη διαφορά της εποχής και πως καθρεφτίζεται αυτό στο είδος της μουσικής και στο πως την παρακολουθούνε. Όρθιοι στις κερκίδες και να φωνάζουν. Δηλαδή, σε ματς ποδοσφαιρικό δεν έχει τέτοια ένταση.
Είναι γεγονός. Στα «Τραγούδια της Φωτιάς», οι φωνές του κόσμου δεν σταματούν κατά τη διάρκεια των τραγουδιών.
Οι ιαχές, ναι. Αυτό και μόνο δείχνει ότι έχουμε ακόμα μέλλον για να φτάσουμε στη Μεταπολίτευση που λένε ότι ξαναμπαίνουμε στη Μεταπολίτευση γιατί τότε ήταν αλλιώς και ο κόσμος. Έβγαινε με τελείως διαφορετικά αισθήματα. Και πόσο γρήγορα από τότε που εμείς τα ζήσαμε χωρίς πολέμους ή άλλες καταστάσεις μεταβλήθηκε όλο πνεύμα της εποχής για να φτάσουμε σε αυτό των τελευταίων χρόνων. Τεράστια διαφορά.
Είναι θέμα αδιεξόδου, πιστεύω. Φωνάζανε γιατί πίστευαν ότι υπάρχει συνέχεια. Τώρα, φωνάξανε λίγο, είδανε ότι δυστυχώς δεν υπήρχε νόημα και σταματήσανε να φωνάζουν.
Ναι. Άλλη εποχή. Βέβαια, δεν ξέρουμε τι θα γίνει παρακάτω. Κανένας δεν ξέρει.
Με ποιο μέσο ακούς μουσική και σε ποιες περιστάσεις;
Αυτό είναι καλή ερώτηση. Κατ αρχάς στο σπίτι έχω, πλέον, πικάπ που είναι σε αχρηστία. Ούτε που το ανοίγω πια. Επειδή έκανα πολλά χρόνια ραδιόφωνο, έχω και τέσσερις χιλιάδες βινύλια. Μερικές φορές σκέφτομαι να τα πουλήσω. Αλλά το σκέφτομαι. Αντιπαθώ και τα αναμνηστικά.
Αν το αποφασίσεις, να μου πεις.
Πολλοί μου το έχουνε πει. Και φίλοι.
Προηγούνται οι φίλοι, δεν λέω, αλλά αν δεν προτιμηθούν για κάποιο λόγο (γέλια).
Έχω, λοιπόν, πικάπ. Έχω φορητά ράδιο cd. Έχω cd player με ηχεία και χωριστό ενισχυτή. Έχω ipod. Τελικά, παρόλα αυτά, τον τελευταίο καιρό νιώθω ότι ακούμε ράκη μουσικά. Κουρέλια μουσικά. Να, το λέω και το ξαναλέω στις συνεντεύξεις μου: το καινούργιο βιβλίο «Η πιο κρυφή πληγή» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος) το έγραψα όρθιος, μπροστά στον απορροφητήρα γιατί δεν ήθελα να γεμίζω το σπίτι με κάπνα
Ακούγοντας Prince.
Με Prince, ναι. Είχα λοιπόν το laptop, γιατί τώρα πια με το ασύρματο router πας παντού και για κάποιο λόγο μου «κόλλησε» ο Prince. Το έχω βάλει και μέσα. Προσπάθησα μάλιστα να το εξηγήσω και λέω και μια φράση: έχει κάτι μπαρόκ, βλαχομπαρόκ ο Prince από μια μεριά, οπότε ίσως να ταιριάζει και με αυτό των Δεκεμβριανών, δεν ξέρω Πάντως, βρήκα άπειρα τραγούδια του, καμιά εκατοστή, δηλαδή, σε βίντεο στο youtube, τα μετέτρεψα σε mp3 και ευτυχώς που πρόλαβα, γιατί ο Prince τα κυνηγάει και τα «κατεβάζουνε» μετά. Μετά ήθελα να τα ανεβάσω στο facebook και δεν τα βρήκα. Αλλόκοτο αυτό, αλλά διάβασα κάπου ότι καταφέρεται εναντίον της ψηφιακής καταγραφής και αναπαραγωγής του ήχου, υποστηρίζοντας ότι ο αναλογικός είναι ο σωστός.
Είναι συμπιεσμένος ο ψηφιακός ήχος.
Ναι. Αυτός λέει ότι για αυτό τα κυνηγάει. Η αλήθεια είναι ότι έχει μεγάλο πλούτο ηχοχρωμάτων ο ήχος του Prince. Μπορεί, λοιπόν, κι εκείνος να νιώθει ό,τι κι εγώ όταν κοιτάω την ποιότητα του χαρτιού σε ένα βιβλίο. Μπορεί να νιώθει σα να λείπουν σελίδες. Αλλά, τι ειρωνεία, ο άνθρωπος που έφτασε να τα πουλάει μέσω διαδικτύου, αρνείται την αναπαραγωγή τους μέσω διαδικτύου επίσης. Λοιπόν, άκουγα πάρα πολύ Prince, ως επί το πλείστον άγνωστα, που μου έκανε και εντύπωση, γιατί ένα άλλο πρόβλημα είναι να βρεις παρθένα κομμάτια και όχι χιλιοακουσμένα. Αν και, επίσης, αυτό μου έχει κάνει εντύπωση: πολλές φορές μπαίνω στο youtube, όταν πλήττω ή δεν έχω τι να κάνω, και ψάχνω κάτι τραγούδια που έχω ξεχάσει κι εγώ. Προχθές είχα βρει ένα συγκρότημα, τους Mountain, που κανένας δεν τους ξέρει όταν τους αναφέρω και τους βρήκα στο youtube και έμεινα κατάπληκτος. Αυτό γίνεται πλέον ως εξής: ακούς ένα κομματάκι από εδώ, ένα θραύσμα από εκεί, το παίζει το ηχείο του laptop. Και είναι ανήκουστο. Εμείς, που, υποτίθεται ότι, παίρναμε τα καλά ηχεία και τους καλούς ενισχυτές και το καλό πικάπ, να ακούμε μουσική με αυτό τον τρόπο. Αυτό δείχνει πάλι μια μεταβολή στο τι ακούμε, πως το ακούμε και ότι ο ήχος γίνεται, τώρα πια, ένα συμπλήρωμα.
Δυστυχώς πια, η μουσική έχει ενσωματωθεί στο φόντο. Συνοδεύει τις δραστηριότητές μας, αλλά δεν είναι ποτέ η κεντρική δραστηριότητα. Όλοι κάνουμε και κάτι άλλο την ώρα που ακούμε μουσική.
Ξέρω όμως και ανθρώπους που ακούνε προσεχτικά. Να σου πω την αλήθεια, με τα ακουστικά τα ακούς πιο καθαρά, στο laptop που τα βάζω. Επειδή δουλεύω πολύ και ακούω κατά τη διάρκεια της δουλειάς μου, προτιμώ να βάλω ένα άλμπουμ του Miles Davis στο youtube και να το ακούσω από εκεί και να τελειώνω, παρά να πάω σε ένα ειδικό σημείο του σπιτιού για να το ακούσω. Γιατί αυτή είναι και η διαφορά με το ασύρματο router. Μπορώ να ακούω μουσική από οπουδήποτε.
Κλείνοντας, ξανααναφερθήκαμε στα 4.000 βινύλια! και δώσαμε ραντεβού στις τρεις το μεσημέρι στον «!05.5 στο Κόκκινο». Και λίγα λέω
Νότα Μπούμπαλου
Γιώργος Μυζάλης