Την αφορμή για το σημερινό κομμάτι, μου την έδωσε ένα απόσπασμα από συνέντευξη του στιχουργού Γεράσιμου Ευαγγελάτου, πριν από μερικές μέρες, στο e-tetRadio και στο Γιώργο Μυζάλη:«Έχεις επισκεφτεί τελευταία κάποιο δισκοπωλείο; Όταν στα κεντρικότερα δισκοπωλεία της Αθήνας λειτουργεί ένα τεράστιο παζάρι που εκποιεί με μεγάλες εκπτώσεις δίσκους και ταινίες, καταλαβαίνεις ότι έχει τελειώσει η κατάσταση. Έχει χαθεί ο δίσκος πια. Εγώ, μέχρι τα 24 -25 μου χρόνια, ζούσα ως συλλέκτης δίσκων. Θα το έχεις ζήσει κι εσύ, φαντάζομαι. Πηγαίναμε μια φορά την εβδομάδα στο δισκοπωλείο.
Με έκπληξη διαπιστώνω ότι τα μικρότερα παιδιά, που έρχονται στις παραστάσεις μας, δεν ξέρουν τι είναι το δισκοπωλείο. Δεν έχουν μπει ποτέ σε κάποιο. Ο δίσκος, το cd, ως φόρμα λοιπόν έχει πεθάνει».
Και μαζί με το δίσκο και το cd, έχει πεθάνει ή τείνει να πεθάνει και το δισκάδικο. Το ένα μετά το άλλο κλείνει κι όσα δισκάδικα επιμένουν και μένουν ακόμη ανοιχτά, χάρη στο μεράκι των ανθρώπων τους, υπολειτουργούν. Σπάνια πια βλέπεις κόσμο μέσα σε δισκάδικο. Οι λόγοι πολλοί. Οι τιμές των δίσκων, κυρίως, που τα τελευταία χρόνια δεν έλεγαν να κατέβουν, όσο κι έγιναν κάποιες απόπειρες για μείωση των τιμών από μεμονωμένους καλλιτέχνες. Η ταχύτατη διάδοση του internet καταγράφεται ως ένας ακόμα βασικός λόγος, αλλά και ότι τον τελευταίο καιρό τα cd άρχισαν να προσφέρονται αφειδώς από τις εφημερίδες. Κρεμάστηκαν στα περίπτερα! Μπορούσε κανείς με 20 ευρώ, όσο δηλαδή κόστιζε ένα cd, να αγοράσει τουλάχιστον τρεις εφημερίδες και να προμηθευτεί έτσι, «λαίμαργα» και χωρίς πολλές φορές να ξέρει τι αγοράζει, τα καινούργια άλμπουμ, αλλά και σπουδαία έργα της ελληνικής δισκογραφίας. Φταίνε και οι καλλιτέχνες που ενέδωσαν (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) φταίνε και οι εταιρείες που ξεπούλησαν τους θησαυρούς τους και πάει λέγοντας.Τι μένει; Η ζωντανή ανάμνηση από μια εποχή που το πέρασμα από το δισκάδικο ήταν κομμάτι της ζωής μας. Ήταν η χαρά μας και η λαχτάρα μας, βασικό σημείο αναφοράς στην καθημερινότητα πολλών από μας.
Τι θα γίνει; Θα φανεί πολύ σύντομα. Ένα, πάντως, θέλω να ελπίζω πως είναι σίγουρο. Ότι το τραγούδι και οι δημιουργοί του θα βρουν καινούργιους τρόπους επικοινωνίας για να φτάσει και πάλι -και στη μετά δισκάδικων εποχή- σ όσους το αγαπούν και το αναζητούν.