
O φονιάς της λεωφόρου Λαυρίου μου είχε στήσει καρτέρι τη νύχτα της Πέμπτης. Είδε το πορτοκαλί φανάρι από μακριά και πάτησε γκάζι αντί για φρένο. Το φρένο είναι για τους δειλούς και για τις γυναίκες.
Όταν έφτασε στη διασταύρωση, είχε ξεπεράσει τα 100 χιλιόμετρα την ώρα. Το σήμα ήταν κατακόκκινο για εκείνον, καταπράσινο για εμένα και για τον ανυποψίαστο που περίμενε πίσω μου.
Ήμουν νόμιμος. Δεν βιάστηκα να πατήσω το γκάζι. Προσπαθώ να οδηγώ σαν άνθρωπος και όχι σαν Έλληνας.
Ξεκίνησα εν τέλει να περάσω, με την ησυχία μου, ώσπου τον είδα να έρχεται ολοταχώς. Άναψε τα μεγάλα του φώτα, για να μου κάνει σήμα: «Σταμάτα, περίμενε, κάνε στην πάντα, έρχεται ο άρχοντας της λεωφόρου».
Ο φονιάς της λεωφόρου.Σταμάτησα, στο κλάσμα του δευτερολέπτου. Ευτυχώς. Ο δολοφόνος πέρασε καμαρωτός, με μάτι που γυάλιζε, ένα με δύο μέτρα μπροστά από τις δικές μου λαμαρίνες.
Εάν είχα συνεχίσει το δρόμο μου, θα με είχε χτυπήσει στο δόξα πατρί, ακριβώς στην πόρτα του οδηγού.
Κι έπειτα θα γινόταν αυτό που λέει ο Μπρους, σεκείνο το σπαραχτικό τραγούδι από το River. Θα χτυπούσε το κουδούνι του σπιτιού μου μέσα στην άγρια νύχτα και θαταν ένας αστυνομικός:
«Ο άνθρωπός σας έσβησε, πάνω στην άσφαλτο, μέσα σε κάτι παλιοσίδερα».
Ο φονιάς της λεωφόρου Λαυρίου κυκλοφορεί ακόμη εκεί έξω.
Τα πρωινά παριστάνει τον αδικημένο, τον αγανακτισμένο. Και αρνείται το πασιφανές, ότι μαζί τα φάγαμε. Τις νύχτες κάθεται στο τιμόνι και χυμάει αδίστακτος να φάει όποιον βρει.
Την περασμένη Πέμπτη, είχε στήσει καρτέρι σε μένα. Αύριο θα έρθει η δική σας η σειρά. Να προσέχετε. Πολύ.