Είμαι «γονιδιακά» κατά του play list γιατί, ως άνθρωπος που έκανε ραδιόφωνο από τα 18 του χρόνια μέχρι τα 36 του, δεν θα μπορούσα να είμαι υπέρ. (Ακριβώς όπως γίνεται Παναθηναϊκός ένας άνθρωπος γεννημένος απέναντι από τη Λεωφόρο ή Ολυμπιακός ένας που γεννιέται δίπλα στο Καραϊσκάκη). Τόσο απλά. Από εκεί και πέρα όμως, το να μη βλέπω την πραγματικότητα θα ήταν όχι πίστη στο ελεύθερο ραδιόφωνο αλλά εθελοτυφλία. Οι μετρήσεις φωνάζουν. Τον πρώτο μήνα θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για συγκυρία. Τον δεύτερο μήνα πρόκειται πια για τάση: Από τη στιγμή που υιοθέτησε το play list, ο Μελωδία 99,2 ανέβηκε πάνω από δέκα θέσεις στην κατάταξη των ακροαματικοτήτων, φτάνοντας στην πέμπτη θέση. Υπενθυμίζω ότι στις «χρυσές» του εποχές, στα χρόνια του 90, ο Μελωδία ήταν τέταρτος σε ακροαματικότητα, ενώ στην εποχή της μεγάλης κάμψης του, τα τελευταία χρόνια, βρισκόταν σταθερά εκτός δεκάδας. Θα προσπαθήσω να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις σχετικά με αυτή την εξέλιξη:
α. Πρόκειται για μία νίκη του play list, η οποία συμβαίνει εκτός έδρας, αφού ο Μελωδία εθεωρείτο ένα «πνευματικό οχυρό» στο οποίο οι πρακτικές της αγοράς δεν θα μπορούσαν να επικρατήσουν.
β. Πρόκειται για μία νίκη του καλού τραγουδιού, αφού ο σταθμός κατάφερε να ανέβει θεαματικά χωρίς να αλλάξει είδος ρεπερτορίου αλλά μόνο μέθοδο επιλογής του ρεπερτορίου του.
γ. Πρόκειται για ήττα του «ραδιοφώνου των παραγωγών», του μοντέλου δηλαδή στο οποίο οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί είναι ελεύθεροι να καθορίσουν το περιεχόμενο της εκπομπής τους.
δ. Δείχνει ότι η πλειοψηφία του κόσμου σήμερα προτιμά ένα συντεταγμένο ραδιόφωνο στο οποίο ξέρει ότι θα ακούσει ένα (έστω επαναλαμβανόμενο) ρεπερτόριο του γούστου του παρά ένα ραδιόφωνο μουσικών εκπλήξεων. Ίσως είναι τόσο ρευστή η εποχή σε άλλους τομείς, ώστε ο κόσμος θέλει σταθερότητα και όχι αιφνιδιασμό τουλάχιστον στο ραδιόφωνό του.
ε. Δείχνει ότι οι «φανατικοί ακροατές» ενός ραδιοφώνου (θυμίζω την έντονη αντίδραση ακροατών του Μελωδία στην εγκαθίδρυση του play list) δεν είναι πάντα αντιπροσωπευτικοί της πλειοψηφίας των ακροατών του ραδιοφώνου αυτού.στ. Δείχνει ότι η εμμονή του Μελωδία τα προηγούμενα χρόνια σε ένα στενό ρεπερτόριο (κυρίως τραγουδοποιών της δεκαετίας του 90) ήταν ελλειμματική σε σχέση με ένα ανοιχτό προς όλες τις δεκαετίες του ελληνικού τραγουδιού ρεπερτόριο (1960 έως σήμερα) που στοχευμένα επιλέγεται στο τωρινό play list του σταθμού.
ζ. Δείχνει ότι το επιχείρημα «δεν μπορεί ένα έντεχνο ραδιόφωνο σήμερα να είναι επιτυχημένο γιατί το έντεχνο τραγούδι δεν παράγει πια», που επαναλαμβάνεται σαν καραμέλα τα τελευταία χρόνια, είναι ένα μεγάλο ψέμα. Η «ανάσταση» του Μελωδία στις μετρήσεις έγινε χωρίς να συνοδευτεί από «ανάσταση» του έντεχνου ρεπερτορίου σε παραγωγικότητα, σε πωλήσεις ή στα chart.
η. Η επιτυχία ενός σταθμού εξαρτάται καθοριστικά από το όραμά και τις διοικητικές ικανότητες του επικεφαλής του. Το έχουμε δει ξανά πρόσφατα, με τις περιπτώσεις Γιαννόπουλου στον Δίεση 101,3 και Μουχταρίδη στον Kosmos 93,6 που έφτιαξαν ισχυρούς σταθμούς από το μηδέν. Ο Νίκος Νικολακόπουλος (δεν τον ξέρω, δεν τον έχω γνωρίσει ποτέ) του Μελωδία 99,2 αποδεικνύει πως μερικοί άνθρωποι είναι γεννημένοι για τη δουλειά που κάνουν. Το να πετύχεις να «χτίσεις» έναν σταθμό μπορεί να είναι τυχαίο, το να πετυχαίνεις επανειλημμένα στους σταθμούς που σου ανατίθενται δεν μπορεί να είναι θέμα τύχης.
Στα παραπάνω συμπεράσματα κατέληξα προσπαθώντας να ερμηνεύσω ψύχραιμα τους αριθμούς, όχι την καρδιά μου. Τώρα, αν έχει μεγαλύτερη αξία το γεγονός ότι ένα έντεχνο ραδιόφωνο βρίσκεται πλέον στην πεντάδα των μεγαλύτερων σε ακροαματικότητα σταθμών ή το γεγονός ότι το μηχάνημα νίκησε την προσωπικότητα ακόμη και στο πεδίο του έντεχνου τραγουδιού είναι κάτι που καθένας μπορεί να το κρίνει διαφορετικά, καταμετρώντας την προσωπική του νίκη ή την προσωπική του ήττα.