Τον Στέλιο Εφεντάκη τον γνώρισα κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 90 μέσω fanzines και αργότερα μέσω μουσικών, ηχογραφημάτων, στούντιο και συναυλιών. Εκτός όμως από μουσικός είναι ένας καταξιωμένος διδάσκαλος ηχοληψίας και mastering αλλά και το ίδιο επιτυχημένος παραγωγός και masterάς (συγνώμη για την αργκό του χώρου) σε παραγωγές που πολλές φορές έχουν περάσει τα σύνορα της ημεδαπής ή έχουν κάνει επιτυχημένη πορεία στην ελληνική επικράτεια. Το ζήτημα της έντασης που έχουν τα ηχογραφήματα τα τελευταία χρόνια με έχει προσωπικά απασχολήσει και έχω αρθρογραφήσει γι αυτό στο παρελθόν στο περιοδικό Sonik περί αυτού ή μιλήσει επανειλημμένα στο ραδιόφωνο. Αυτή τη φορά και επειδή πιστεύω ότι ένα ζήτημα που δεν έχει να κάνει με την τεχνική συντεταγμένη του ζητήματος αλλά με την αισθητική που αφορά μπουτίκ, καφετέριες και ρινγτονάκια και όχι την καθαρόαιμη ακρόαση μουσικής αποφάσισα να κάνω μία συνέντευξη στον κύριο Εφεντάκη για να λάβετε και εσείς γνώση μιας συζήτησης που απασχολεί την κοινότητα του ήχου εδώ και πολλά χρόνια
-Κύριε Εφεντάκη τα τελευταία χρόνια γίνεται συνεχώς λόγος (και όχι μόνο μέσα στην audio κοινότητα) για το συνεχές και αδιέξοδο πουσάρισμα των παραγωγών προς τα πάνω, για να το πούμε λαϊκιστί. Ποια είναι η γνώμη σας πάνω σε αυτό;Αυτό που ονομάζετε ως πουσάρισμα, είναι ουσιαστικά μια μεγάλη συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια, και έχει να κάνει με την αύξηση της στάθμης αναπαραγωγής των δίσκων, οι οποίοι τείνουν να ακούγονται υπερβολικά δυνατά, και ονομάζεται Loudness War.
Από που προκύπτει είναι πραγματικά μεγάλη κουβέντα, αλλά σίγουρα μπορούμε να πάμε αρκετά χρόνια πίσω, την εποχή των 45 ριων singles, και στην Motown, η οποία κυκλοφορούσε δισκάκια τα οποία φυσικά και ξεχώριζαν όταν παιζόταν από το ραδιόφωνο ή το juke box. Προφανώς, τόσο οι μουσικοί όσοι οι παραγωγοί και οι A&R ήθελαν να ξεχωρίσουν και αυτοί. Το μέσο, δηλαδή το βινύλιο είχε περιορισμένο δυναμικό εύρος (την διαφορά μέγιστης και ελάχιστης έντασης που μπορεί να αναπαράγει). Την δεκαετία του 80 το Cd ακόμα δεν είχε διαδοθεί αλλά από το 91 και μετά, το CD ήρθε και έμεινε και έπαιζε πιο δυνατά! Επίσης, μετά το πολύ δυνατό Black Album (Metallica) αλλά και με την τεράστια εμπορική επιτυχία του Nevermind (Nirvana), οι παραγωγές αυξήθηκαν και τα τηλεοπτικά κανάλια όπως το MTV αλλά και το ραδιόφωνο μπήκαν χοντρά στον κόσμο του ροκ, και όχι μόνο φυσικά, και ήθελαν όλο και πιο δυνατά άλμπουμ. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η κούρσα για τα δυνατά CD.
Για να μπορέσεις να ανεβάσεις την μέση στάθμη ενός CD, το κάνεις με συγκεκριμένο τρόπο και εξοπλισμό, το συμπιέζεις , και για να το πω απλά, υλικά και ήχοι που ακούγονταν χαμηλά μέσα στην μίξη μετά την συμπίεση ακούγονται πολύ δυνατά. Σε πρώτη φάση το αποτέλεσμα ακούγεται εντυπωσιακό αλλά συνήθως μετά από λίγο χάνει ο ακροατής το ενδιαφέρον του, γιατί δεν μπορεί να αντιληφθεί τις μικρό διακυμάνσεις της έντασης που υπάρχουν σε μια μουσική, ειδικά στον ρυθμό , αυτές ακριβώς δηλαδή που κάνουν το υλικό να αναπνέει , να ακούγεται ζωντανό, φυσικό, και όχι μονότονο. Κερδίζεις σε ένταση, χάνεις σε ποιότητα.
Φυσικά, υπάρχουν είδη μουσικής που χρειάζονται ακραίες ρυθμίσεις, αλλά όχι όλα, όπως επίσης πρέπει να σεβόμαστε και την αισθητική των καλλιτεχνών, ασχέτως αν διαφωνούμε, μέχρι το σημείο πάντα που δεν βρισκόμαστε εμείς εκτεθειμένοι από το αποτέλεσμα. Οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί και οι dj προτιμούσαν δυνατές παραγωγές για το ραδιόφωνο και το club αντίστοιχα. Αυτό όμως κατά την γνώμη μου, δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο για ένα μουσικό, ειδικά όταν η συμπίεση κατά την διάρκεια του master οδηγεί σε ένα δυνατό αλλά κουραστικό και χωρίς ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Άλλωστε όποιος θέλει να ακούσει δυνατά το cd του ας σηκώσει το volume.
Το πιο τρανταχτό αποτέλεσμα αλλοίωσης του υλικού από υπερβολική συμπίεση, είναι το Death Magnetic (Metallica), το οποίο ακούγεται δυνατά αλλά η συμπίεση είναι τόσο μεγάλη που όχι μόνο για έμπειρα αυτιά αλλά και για απλούς ακροατές ακούστηκε σκληρό και πατημένο Έχει ενδιαφέρον να διαβάσετε τις απόψεις του Ted Jensen που έκανε το master ή να ακούσετε την έκδοσή του death magnetic χωρίς master όπως κυκλοφόρησε για γνωστό παιχνίδι σε κονσόλα.
Τρανταχτά παραδείγματα μουσικών που επέλεξαν χαμηλά σε ένταση master , ήταν οι Tool και οι Guns & Roses και προσωπικά επιλέγω αυτή την αντίληψη. Στον δικό μου κόσμο , υπάρχουν συγκροτήματα που μου ζητούν master που δεν τους νοιάζει να ακούγονται δυνατά, αλλά σωστά . Και αυτό είναι ένα βήμα.
-Ποια είναι τα πράγματα που πρέπει να προσέξει ένας άνθρωπος που ασχολείται με τον ήχο και ακόμα ειδικότερα με το mastering των δίσκων;Το σημαντικότερο είναι η υγιεινή και η προστασία των αυτιών. Πέρα από τις γνωστές ασθένειες που συνήθως δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία οι γονείς αλλά χρειάζονται έγκαιρη αντιμετώπιση, υπάρχει κίνδυνος από το ιδιαίτερα θορυβώδες και δυνατό ηχητικό περιβάλλον που μας περιλαμβάνει, ειδικά όσοι ζούμε σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα. Σκεφτείτε να είχαμε μεγαλώσει σε ένα τόπο όπου δεν υπάρχουν μαρσαρίσματα από σκισμένες εξατμίσεις, κόρνες κλπ . Όχι μονάχα τα αυτιά μας θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση αλλά φαντάζομαι θα ήμασταν και καλύτεροι άνθρωποι. Αλλά κάντε ένα κόπο να ακούσετε στην κυριολεξία την Αθήνα. Ένα κεντρικό δρόμο, την Πατησίων...
Επίσης, θεωρώ ότι σε αυτό το επάγγελμα, αυτό που χρειάζεται ακόμη είναι να πλουτίσει ο τεχνικός με όσο το δυνατόν περισσότερες τεχνικές αλλά και μουσικές γνώσεις. Να ακούσει πολύ μουσική, χωρίς προκατάληψη είτε πρόκειται για rock είτε για avant garde ή hip hop. Πέρα από τα οφέλη σε εσωτερική καλλιέργεια , ταυτόχρονα συνηθίζει το αυτί σε συγκεκριμένα στυλ, εντάσεις χροιές , ανάλογα το είδος.
Σημαντικό επίσης θεωρώ να καταλάβει ένας τεχνικός πως ακούγεται ο χώρος του. Τα ηχεία και ο χώρος του. Προσωπικά πέρασα και περνάω πολύ χρόνο ακούγοντας μουσική στα ηχεία μου ώστε να δω πως μεταφράζονται πράγματα που ήδη έχω βιώσει ως ακροατής , και φυσικά για να καταλάβω πως θα μεταφράσω τoν κόσμο που δημιουργώ ηχητικά στα ηχεία μου στον έξω κόσμο, σε διαφορετικά δωμάτια, σε διαφορετικά ηχεία.
-Ποιες είναι οι πλέον πρόσφατες δουλειές που έχετε αναλάβει και ποιες δυσκολίες έχετε συναντήσει σε ελληνικά η ξένα συγκροτήματα;
Αυτό τον καιρό είμαι στα μέσα της παραγωγής του 2ου δίσκου των Mahakala, το οποίο ήταν live ηχογράφηση σε studio και σύντομα ξεκινάμε τις μίξεις , μιξάρω ήδη το προσωπικό άλμπουμ του Fortune των Ekos Quartet ενώ αυτές τις μέρες ξεκινάμε με τους Despite Everything την παραγωγή του full length άλμπουμ τους.
Φαντάζομαι δεν αναφέρεστε σε τεχνικές δυσκολίες. Είναι αντίστοιχες. Συνήθως όμως οι ξένοι που έχω συνεργαστεί ή γνωρίσει έχουν συνήθως, όχι πάντα, έναν στοιχειώδη επαγγελματισμό , χωρίς να επεμβαίνουν στην δουλειά σου, και πάνω από όλα μιλάνε όταν ρωτηθούν γιατί καταλαβαίνουν ότι όταν είσαι πάνω από την κονσόλα θες αυτοσυγκέντρωση και όχι ομιλίες. Απλά.
-Η εργασία σας έχει να κάνει με αυτοσυγκέντρωση πάνω στον ήχο. Υπάρχουν κάποια πράγματα που κάνετε ή δεν κάνετε όταν έχετε να δουλέψετε πάνω σε ένα mastering;Η αλήθεια είναι πως όταν έχω να κάνω ένα master φροντίζω να ακούω τον δίσκο πολλές φορές ως ακροατής και μετά ως τεχνικός. Προσπαθώ να βρω τις προθέσεις των μουσικών, του τεχνικού που το ηχογράφησε ή το μίξαρε για να οδηγηθώ σε ένα συμπέρασμα για το πως θα ήθελα να ακούγεται.
Επιπλέον, δεν κουράζω τα αυτιά μου όταν είναι να δουλέψω κάτι. Δεν ακούω δυνατά μουσική τις προηγούμενες μέρες, προσέχω τις εντάσεις στο στούντιο , αποφεύγω δυνατά live κ.ο.κ.
-Υπάρχει αναπτυγμένη συνείδηση της σημασίας του mastering στην ελληνική (rock και μη) κοινότητα; Έχετε ακούσει ευτράπελα και ανεκδοτολογικού ύφους ρήσεις;
Το mastering καλώς ή κακώς δεν είναι αποσαφηνισμένο για πολλούς μουσικούς. Υπάρχει μια μεγάλη άγνοια για τον ψηφιακό κόσμο και τα σφάλματα που προκύπτουν από την ψηφιοποίηση , την αλλαγή συχνότητας δειγματοληψίας και του bit rate, και είναι πολύ σημαντικό να ξέρεις να τα αντιμετωπίζεις, ενώ οι μουσικοί τα αγνοούν και δεν δίνουν σημασία για αυτά αλλά εντυπωσιάζονται με ακριβά μηχανήματα ή εξοπλισμό που τον βλέπουν στα διαδίκτυο ή έχουν διαβάσει, και θεωρούν πως με αυτά γίνεται η δουλειά τους. Ή πως στο εξωτερικό γίνεται καλύτερα. Μια μικροαστική αντίληψη αν θέλετε του στυλ το ακριβότερο είναι και το καλύτερο. Η ελληνική κοινωνία οδηγήθηκε στην αποδόμησή της και εξαιτίας αυτού του φαινόμενου. Πόσο μάλλον η μουσική σου να πιστεύεις πως εξαρτάται από ακριβά μηχανήματα, κονσόλες και equilizer. Αν πιστέψεις πως η μουσική σου θα είναι καλύτερη με μια κονσόλα Neve τότε που διαφέρεις από εκείνον που θεωρεί πως θεωρεί ότι διαφέρει επειδή οδηγάει ένα Cayen;
Πάντως, είναι εντελώς λάθος να πιστεύει κανείς πως όλα διορθώνονται στο master. Τίποτα δεν γίνεται με μαγικό τρόπο αλλά μεθοδικότητα. Ένας δίσκος για να είναι καλός πρέπει να έχει ηχογραφηθεί σωστά, και με καλή διάθεση. Και εκεί κάπου έχει τελειώσει!
-Ποιες παραγωγές θαυμάσατε τους τελευταίους μήνες και ποιες παραγωγές ή mastering θεωρείται διαχρονικά;Να είμαι ειλικρινής, τους τελευταίους μήνες ενώ έχω ακούσει πολλούς δίσκους, δεν έχω ξεχωρίσει κάτι για την παραγωγή του, ενώ υπάρχουν εξαιρετικές. Δεν μου έκανε κάτι κλικ για να το πω απλά. Ή δεν έπεσε στην αντίληψή μου.
Αν και θα φανεί τυπικό, το master του Doug Sax στο Dark Side Of The Moon είναι υποδειγματικό, μαλακό και ανοιχτό, με προσεχτική, δημιουργική και καλλιτεχνική συμπίεση.
Το ομώνυμο των Rage Against The Machine. Δίσκος με δυνατή ένταση χωρίς να είναι υπερβολικά συμπιεσμένος , master από τον Bob Ludwig.
Paquito De rivera- Portraits of Cuba. Συνδυάζει ευκρίνεια, φυσικότητα, μεγάλο δυναμικό εύρος και εξαιρετικές εκτελέσεις, ηχογράφηση και master από τον Bob Katz.
Nine inch Nails-The Fragile. Πρωτοποριακή παραγωγή , συμπιεσμένα υλικά με άποψη, απολαυστική να την ακούς σε ένα στέρεο σύστημα, παραγωγή οποία διαθέτει μεν state of the art εξοπλισμό και τεχνικές αλλά και ένα rock τσαγανό που δεν συναντάς εύκολα. Φυσικά, με ένα dream team να δουλεύει γι αυτό, με τον Alan moulder στην μίξη ενώ μοιράζεται production credits με τον Trent Reznor. Το sequencing του άλμπουμ από τον Bob Ezrin (The Wall -Pink Floyd), και το master από τον Tom Baker.
Και για να μην αραδιάσω δίσκους από κάθε δεκαετία, ρίχτε μια ματιά στο Mezzanine των Massive attack, ο Mark Spike Stent ζωγραφίζει στην κυριολεξία και παλαιότερα στο Remain In Light των Talking Heads του 80 αν δεν κάνω λάθος. Και πόσοι δίσκοι της δεκαετίας του 60 και του 70 ακόμη ... Κατά προτίμηση, οι ακροάσεις ας γίνουν σε ένα καλά τοποθετημένο στέρεο σύστημα, και η μουσική να αναπαράγεται από βινύλιο.
Ο Σ. E. βρέθηκε από μικρός σε στούντιο, με μπάντες, σε συναυλίες κ.λπ. Κάποια στιγμή πήγε στην Ακμή για να μάθει μουσική τεχνολογία. Στη συνέχεια βρέθηκε να τον εκπαιδεύει ο Rob Campbell της Digidesign και Audiome στα pro tools, με κατεύθυνση τη μουσική παραγωγή. Ενεπλάκην αρκετά με την ηλεκτρονική σκηνή της Ελλάδας κι έπαιξε με τους Νίκο Βαλσαμάκη, Νίκο Βελιώτη, Τάσο Γρίβα, M. Kuechen, X. Charles, Coti K, Φλώρο Φλωρίδη, κ.α. Την ίδια εποχή σχημάτισε τους GardenBox με τους οποίους έχει κυκλοφορήσει τρία άλμπουμ, κάποια singles, έχει γράψει μουσική για το θέατρο και για τον κινηματογράφο. Μέσα σε όλα αυτά έχει σχετιστεί παραγωγικά ή για master με διάφορες μπάντες του ανεξάρτητου χώρου, όπως Vodka Juniors, Mahakala, Sun of nothing, Lucky Funeral, Speedblow, Βήτα Πεις, Despite Everything, 2L8, Madleaf, Ekos Quartet, French Teen Idol, Sabbah Navahtani, Dope Of Gods, END, Lord 13, 27, Voidwalker, Jay Ohn κ.α?. Σχεδόν μια δεκαετία διδάσκει ηχοληψία και μουσική τεχνολογία.