Ήταν καλοκαίρι του 1995, χωρίς να αποκλείεται να ήταν και το προηγούμενο, του 1994. Μια παρέα φίλων ξεκινήσαμε από το Χαλάνδρι να πάμε για πρώτη φορά στο θέατρο Πέτρας, στην Πετρούπολη. Μαθητές λυκείου ήμασταν ακόμα και δεν είχαμε αυτοκίνητα. Η διαδρομή διανύθηκε με λεωφορεία και ταξί, προκειμένου να φτάσουμε εγκαίρως. Το «εγκαίρως», τότε, σήμαινε τουλάχιστον δυο ώρες πριν από την έναρξη της συναυλίας, προκειμένου να κάτσουμε (τρόπος του λέγειν, γιατί όρθιοι θα στεκόμασταν) μπροστά - μπροστά. Επρόκειτο να παρακολουθήσουμε τον αγαπημένο μας τραγουδοποιό, τον άνθρωπο που μας είχε μαγέψει και τον ακολουθούσαμε χωρίς να μπορούμε να λύσουμε τα μάγια που μας είχε κάνει, το Νίκο Παπάζογλου. Και ήμασταν ευτυχείς. Στην τσέπη είχαμε τις 3.000 δραχμές που κόστιζε το εισιτήριο και μερικά χρήματα για να πιούμε και κάτι. Καμιά «παράνομη» (καθότι ανήλικοι) μπύρα. Εκείνα τα χρόνια ακολουθούσαμε τον Παπάζογλου όπου κι αν έπαιζε εντός του λεκανοπεδίου. Στην Πλακεντία στην Πεντέλη, στη Ρεματιά στο Χαλάνδρι, στο Μετρό στο Γκύζη και φυσικά στο Λυκαβηττό το Σεπτέμβριο. Αν εμφανιζόταν δυο βραδιές, πηγαίναμε και στις δύο (έχω τα αποκόμματα των εισιτηρίων που το αποδεικνύουν). Πάντοτε δυο ώρες πριν την έναρξη της συναυλίας ήμασταν εκεί. Συνήθως τον πετυχαίναμε στο μπαρ με τους μουσικούς του, πριν το sound check. Όταν καταφέρναμε να ξεπεράσουμε τη ντροπή και τη συστολή μας, του λέγαμε και μια καλησπέρα ή ένα ευχαριστώ. Δεν ήταν απόμακρος. Ήταν, όμως, σα να ντρεπόταν κι εκείνος λίγο. Άλλωστε και στις συναυλίες του δε μιλούσε πολύ. Μια «καλησπέρα» και μια «καληνύχτα» ήταν τα μόνα σίγουρα. Ενδιάμεσα πολλά χαμόγελα, αλλά ελάχιστες κουβέντες. Ήρεμη δύναμη. _________________
Ο Νίκος Παπάζογλου γεννήθηκε στις 20 Μαρτίου του 1948 στη Θεσσαλονίκη. Ξεκινά τη συστηματική του ενασχόληση με τη μουσική από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, με τα ροκ συγκροτήματα που υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη εκείνη την εποχή. Αντικαθιστά στους Olympians τον Πασχάλη κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. Συμμετέχει ακολούθως στα συγκροτήματα «Blow Up» και «Μακεδονομάχοι». Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 αρχίζει να ασχολείται με τα μυστικά των ηχογραφήσεων και παράλληλα σχηματίζει το συγκρότημα «Ζηλωτής». Με το συγκρότημα αυτό αναζητά την τύχη του στη Γερμανία. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος «Ζηλωτής», ο Παπάζογλου επιστρέφει στην Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη, όπου και δημιουργεί το δικό του στούντιο ηχογραφήσεων, το περίφημο πια «Αγροτικόν».
Το 1977 συμμετέχει στην παράσταση «Αχαρνής - Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια», για την οποία συνεργάζεται με το Διονύση Σαββόπουλο. Η παράσταση κυκλοφορεί και σε δίσκο με τον Παπάζογλου μεταξύ των ερμηνευτών. Στη συνέχεια, ο Σαββόπουλος, με τους Μανώλη Ρασούλη, Νίκο Ξυδάκη και Νίκο Παπάζογλου συνεργάζονται και παράγουν έναν από τους σημαντικότερους δίσκους στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφικής παραγωγής, την «Εκδίκηση της Γυφτιάς». Ο δίσκος κυκλοφορεί στις 22 Μαρτίου του 1978. Τα έντεκα τραγούδια του δίσκου αγαπήθηκαν από τον κόσμο και τραγουδιούνται μέχρι και σήμερα. Ωστόσο, η υποδοχή του δίσκου από τους κριτικούς ήταν ιδιαιτέρως αρνητική. Χαρακτήριζαν τα τραγούδια «δήθεν λαϊκά». Η συνέχεια, αλλά και η απάντηση, έρχεται το 1979 με τα «Δήθεν» των Ξυδάκη - Ρασούλη, όπου τις ερμηνείες μοιράζεται ο Παπάζογλου με το Δημήτρη Κοντογιάννη και τη Σοφία Διαμαντή. Σημαντικός δίσκος και τα «Δήθεν», που μπορεί να μην έφτασε σε αναγνωρισιμότητα και αποδοχή την «Εκδίκηση της Γυφτιάς», αλλά συνέβαλε στην πλήρη αναγνώριση και αποδοχή των τριών συντελεστών του (Ξυδάκη, Ρασούλη, Παπάζογλου) από το ελληνικό κοινό.
Από το 1979 και τα «Δήθεν» μέχρι τον πρώτο προσωπικό δισκογραφικό του σταθμό, το «Χαράτσι» (1984), ο Παπάζογλου εμφανίζεται με το μουσικό του συγκρότημα, που άλλοτε ονομάζεται «Ταχεία Θεσσαλονίκης» και άλλοτε «Λοξή Φάλαγγα», χωρίς την αναμενόμενη ανταπόκριση. Το «Χαράτσι» έρχεται να ταράξει τα νερά της ελληνικής δισκογραφίας. Ένας δίσκος ανατρεπτικός σε όλες του τις πτυχές. Από το εμπνευσμένο εξώφυλλο, που αναπαριστά την αγροτική ζωή, παρομοιάζοντας τη δημιουργία ενός δίσκου με το όργωμα ενός χωραφιού, μέχρι τα ακούσματα και τις ενορχηστρώσεις. Για πρώτη, ίσως, φορά στην Ελλάδα, οι ηλεκτρικές κιθάρες συνυπάρχουν στο ηχοτοπίο με όργανα, που μέχρι τότε ήταν συνδεδεμένα με το λαϊκό και παραδοσιακό μουσικό ιδίωμα. Ο δίσκος αντιμετωπίζεται και πάλι με δυσπιστία από τους κριτικούς, αλλά τον κοινό τον αγκαλιάζει αμέσως, δίνοντας καθοριστική ώθηση στο δημιουργό του. Ο Παπάζογλου υπογράφει εξ ολοκλήρου τα οχτώ από τα έντεκα τραγούδια του δίσκου, ενώ στα άλλα τρία συναντάμε τα ονόματα της Βάσως Αλαγιάννη, του Μανώλη Ρασούλη και του Τάκη Σιμώτα (συνυπογράφει το τραγούδι που έδωσε τον τίτλο στο δίσκο σε μουσική του Παπάζογλου). Ανάμεσα στα τραγούδια του δίσκου, δεσπόζει το κατά πολλούς σημαντικότερο και αρτιότερο ερωτικό τραγούδι που γράφτηκε ποτέ στη χώρα ετούτη, ο πολυτραγουδισμένος «Αύγουστος». Τα περισσότερα τραγούδια του δίσκου γίνονται γνωστά στο πανελλήνιο. Ανάμεσά τους ο «Υδροχόος», το «Λεμόνι στην πορτοκαλιά», το «Στάλα στάλα» κ.α. Με το «Χαράτσι» ξεκινά και αυτό που αργότερα ονομάστηκε ευρέως «Σχολή της Θεσσαλονίκης» και ο Νίκος Παπάζογλου, χωρίς αμφιβολία, είναι ο Πρύτανης της σχολής αυτής.
Η επόμενη προσωπική δισκογραφική δουλειά του Παπάζογλου κυκλοφορεί δύο χρόνια αργότερα, το 1986, και τιτλοφορείται «Μέσω νεφών». Η συνύπαρξη της ηλεκτρικής κιθάρας με τις λαϊκές φόρμες συνεχίζεται και σε αυτό το δίσκο, ο οποίος όμως περιέχει δύο σημαντικές ροκ στιγμές δυτικής φόρμας, τα τραγούδια «Φύσηξε ο Βαρδάρης» (μουσική στίχοι: Νίκος Παπάζογλου) και «Στη ρωγμή του χρόνου» (μουσική: Νίκος Ξυδάκης στίχοι: Μανώλης Ρασούλης). Στα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου ο Παπάζογλου συνεργάζεται με τους στιχουργούς Γιάννη Μπαχ Σπυρόπουλο και Λάζαρο Ανδρέου σε όσα τραγούδια οι στίχοι δεν είναι δικοί του.
Τα «Σύνεργα», ο τρίτος προσωπικός δίσκος του Παπάζογλου, κυκλοφορούν το Δεκέμβριο του 1990, σηματοδοτώντας παράλληλα την επιστροφή του αγαπημένου τραγουδοποιού σε γνώριμα για αυτόν μονοπάτια. Η ηλεκτρική κιθάρα απουσιάζει παντελώς και δεν πρόκειται να ξανακάνει την εμφάνισή της στις επόμενες δουλειές του εκ Θεσσαλονίκης τραγουδοποιού. Τα «Σύνεργα» αποτελούν σήμα κατατεθέν της τραγουδοποιίας του Παπάζογλου και είναι ο δίσκος με τον οποίο φαίνεται να κατασταλάζει σε ένα προσωπικό ύφος και στυλ. Ένα μείγμα της παραδοσιακής, της νησιώτικης και της μικρασιάτικης παράδοσης, με φράσεις που επαναλαμβάνονται, ενορχηστρώσεις με μικρές καλοδουλεμένες ορχήστρες αποτελούμενες από φυσικά όργανα και στιχουργική θεματολογία βγαλμένη από τα απλά και καθημερινά. Στα «Σύνεργα» δεν ανήκουν όλα τα τραγούδια στον Παπάζογλου. Στο δίσκο αυτό εμφανίζεται για πρώτη φορά σαν δημιουργός ο Ορφέας Περίδης («Φεύγω» και «Μάτια μου»), ενώ γνώριμα ονόματα όπως του Γιώργου Ζήκα, του Τάκη Σιμώτα και της Βάσως Αλαγιάννη ολοκληρώνουν το δημιουργικό δυναμικό.
Σε όλα αυτά τα χρόνια, εκτός από τις προσωπικές του δουλειές, ο Νίκος Παπάζογλου συμμετέχει σαν ερμηνευτής και σε σημαντικές δισκογραφικές στιγμές άλλων δημιουργών. Πιο συγκεκριμένα, στους δίσκους Ρεζέρβα (1979) και «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι» (1987) του Διονύση Σαββόπουλου, στο «Όλοι δικοί μας είμαστε» (1984) των Χρήστου Νικολόπουλου και Μανώλη Ρασούλη, στο «Πότε Βούδας πότε Κούδας» (1986) των Πέτρου Βαγιόπουλου και Μανώλη Ρασούλη όπου τραγουδά το ομότιτλο κομμάτι, καθώς και στο «Σείριο υπάρχουνε παιδιά» (1988) του Μάνου Χατζιδάκι. Μνημειώδεις έχουν μείνει οι εμφανίσεις του Νίκου Παπάζογλου κάθε Σεπτέμβρη στην Αθήνα, στο θέατρο του Λυκαβηττού. Αυτή την ατμόσφαιρα επιχείρησε να «αιχμαλωτήσει» δισκογραφικά κυκλοφορώντας το 1991 την «Επιτόπιο ηχογράφηση στο θέατρο του Λυκαβηττού», από τη συναυλία που έδωσε εκεί στις 30 Σεπτεμβρίου 1991. Στο δίσκο αυτό εμπεριέχεται σαν εναρκτήριο τραγούδι, ένα ακυκλοφόρητο έως τότε τραγούδι της Βάσως Αλαγιάννη, το «Η αγάπη η δική μου».

Ο πέμπτος προσωπικός δίσκος του Νίκου Παπάζογλου με τίτλο «Όταν κινδυνεύεις παίξε την πουρούδα» κυκλοφορεί το 1995. Όλα τα τραγούδια του δίσκου είναι σε μουσική δική του, ενώ τους στίχους υπογράφουν οι Λάζαρος Ανδρέου, Πηγή Καφετζοπούλου, Τάκης Σιμώτας, Στέλιος Ξυνιάς, Μιχάλης Πασιαρδής και ο ίδιος σε δυο τραγούδια. Η κυκλοφορία της «Πουρούδας» είναι σημαντικό και πολυαναμενόμενο γεγονός την εποχή εκείνη. Είχαν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια από τα «Σύνεργα» και το κοινό αδημονούσε με δεδομένο ότι εκείνα τα χρόνια ο Παπάζογλου βρισκόταν στο απόγειο της επιτυχίας του. Ωστόσο ο ίδιος είχε μια συγκεκριμένη φιλοσοφία σχετικά με την τραγουδοποιία και δεν βιαζόταν. Είχε το συνήθειο να «παιδεύει» πολύ τα καινούργια του τραγούδια και να τα δοκιμάζει στις ζωντανές του εμφανίσεις για πολύ καιρό πριν τα κυκλοφορήσει. Αυτό κατέστη απολύτως σαφές μετά την «Πουρούδα», όταν και χρειάστηκε δέκα ολόκληρα χρόνια για να κυκλοφορήσει τον τελευταίο του προσωπικό δίσκο, τη «Μάισσα Σελήνη» (2005).Το μουσικό ύφος των δύο τελευταίων δίσκων του Παπάζογλου ακολουθεί τη συνταγή που παρουσιάστηκε με τα «Σύνεργα». Ακουστικός ήχος, λιτές ενορχηστρώσεις και νοσταλγικά καθημερινά θέματα από την αγροτική και τη ναυτική ζωή. Στη «Μάισσα Σελήνη» πάλι ο Παπάζογλου υπογράφει τις περισσότερες μουσικές. Σε τέσσερα από τα δεκαπέντε τραγούδια του δίσκου λειτουργεί μόνο σαν ερμηνευτής: «Ξεσπάει αέρας (μουσική στίχοι: Γιώργος Βατουσιάδης). «Τόδε τι» (μουσική: Φίλιππος Πλακιάς στίχοι: Κυριακή Μπειόγλου), «Επαρχία» (μουσική στίχοι: Γιώτα Δρακιά) και «Καρρώ κουβέρτα» (μουσική στίχοι: Δημήτρης Παπαού). Στα υπόλοιπα τραγούδια τους στίχους υπογράφουν η Μαρίνα Αρμευτή, η Στέλλα Χελλάντερ, η Πηγή Καφετζοπούλου, ο Μιχάλης Πασιαρδής, η Πολυξένη Βελένη και ο Δημήτρης Καστέρας. Για πρώτη φορά στον τελευταίο του δίσκο ο Παπάζογλου δεν υπογράφει κανένα στίχο. Όλες οι προσωπικές δουλειές του Νίκου Παπάζογλου έχουν ηχογραφηθεί στο στούντιο «Αγροτικόν» κάτω από την ετικέτα «Στρόγγυλοι δίσκοι».
Ο Νίκος Παπάζογλου ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση καλλιτέχνη. Εκτός της δικής του δημιουργίας διέβλεψε και βοήθησε στο ξεκίνημά τους πολλούς από τους σημερινούς καταξιωμένους τραγουδοποιούς. Στο «Αγροτικόν» ηχογραφήθηκαν μερικοί από τους σημαντικότερους δίσκους στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφικής παραγωγής. Ωστόσο ο ίδιος, πάντοτε σεμνός, απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας. Έτσι σεμνός και αξιοπρεπής ξεκίνησε για το τελευταίο του ταξίδι στις 17 Απριλίου του 2011.
____________________
Ήταν καλοκαίρι του 1995, χωρίς να αποκλείεται να ήταν και το προηγούμενο, του 1994. Μια παρέα φίλων ξεκινήσαμε να κατηφορίζουμε από το θέατρο Πέτρας, μετά τη συναυλία του Νίκου Παπάζογλου. Ήμασταν ευτυχείς. Η συναυλία ήταν για άλλη μια φορά εξαιρετική. Στο δρόμο, περπατώντας και ψάχνοντας για ταξί, συζητούσαμε για τον Παπάζογλου, λέγαμε ο καθένας το αγαπημένο του στιγμιότυπο από τη συναυλία, τραγουδούσαμε όσα δεν είχε πει και μας έλειπαν, διαφωνούσαμε, συμφωνούσαμε, ανυπομονούσαμε για την επόμενη συναυλία του... Κάπως έτσι και χωρίς να το καταλάβουμε γυρίσαμε περπατώντας μέχρι το Χαλάνδρι για να αντιμετωπίσουμε ο καθένας την «κατσάδα» των γονιών του (βλέπετε, τότε δεν υπήρχαν κινητά για να τους ειδοποιήσουμε για την αργοπορία μας). Ο Νίκος Παπάζογλου νανούρισε τη νιότη μας με τον καλύτερο τρόπο. Κατά κάποιο τρόπο φρόντισε για τη μουσική μας διαπαιδαγώγηση και ενηλικίωση. Η απουσία του αποτελεί σοβαρότατο πλήγμα στα συναισθήματα και τις αναμνήσεις όλων μας. Η σεμνότητα, η διαφορετικότητα και η αξιοπρέπειά του δεν θα μας επιτρέψουν ποτέ να τον ξεχάσουμε. Υ.Γ. Το κείμενο αυτό αφιερώνεται σε όλους εκείνους τους ανθρώπους με τους οποίους τρέχαμε για πολλά χρόνια στις συναυλίες του Παπάζογλου, ιδιαιτέρως όμως στον Κυριάκο και τον Πέτρο.