TEN LITTLE INDIANS

TEN LITTLE INDIANS

(Σκέψεις μπροστά στο τέλος ενός επαγγέλματος)


Λυπήθηκα πολύ για την απόλυση της Όλγας Λασκαράτου από τον Μελωδία 99,2. Θαύμαζα τις εκπομπές της. Ήταν η πιο σουρεαλιστική ραδιοφωνική παραγωγός κι εμένα ο υπερρεαλισμός στην ποίηση με έλκει. Θα μου πείτε, τι σχέση έχει η ποίηση; Μα, οι εκπομπές της Όλγας ήταν ποιητικές.



Βαρέθηκα να βλέπω τα «παιδιά του Μελωδία», που μεγαλώσαμε μαζί εκεί μέσα, να παίζουν στο «Ten little Indians». Που έγιναν εννέα, οκτώ, επτά, έξι... και στο τέλος δεν έμεινε κανείς. Η ιστορία ξεκινάει πριν από περίπου πέντε χρόνια. Τότε άρχισαν οι πρώτες καρατομήσεις. Θυμάμαι, τότε αντιμετωπίζαμε περίπου ως εξωτικό το θέαμα. Σαν να αφορούσε κάτι τύπους στην άλλη άκρη της γης και όχι εμάς τους ίδιους. Κι όταν άρχισε ο νέος κύκλος απολύσεων, κουνούσαμε συγκαταβατικά το κεφάλι. Και στον επόμενο κύκλο, μέναμε σιωπηλοί. Κάπως έτσι οι πολλοί έγιναν λίγοι. Και οι λίγοι λιγότεροι.





Ξέρω πώς νιώθει κάθε φορά αυτός που φεύγει. Δεν ξέρω πώς αισθάνεται πια αυτός που μένει. Άραγε συνειδητοποιεί ότι είναι ίσως ο επόμενος «little Indian»; Προσωπικά, το σενάριο στο οποίο παίζαμε το κατάλαβα πριν από τρία περίπου χρόνια και, αν μου επιτρέπετε, προετοιμάστηκα για την έξοδο, αποφασισμένος ότι μετά τον Μελωδία 99,2 πηγαίνω σπίτι μου και όχι σε άλλο ραδιόφωνο. Όταν όμως έλεγα «παιδιά, το επάγγελμα τελειώνει, πάρτε το χαμπάρι», πολλοί μού απαντούσαν ακόμη και τότε- «μην είσαι υπερβολικός».



Παίρνω ως δείγμα τον Μελωδία, γιατί αυτή την εμπειρία έχω, αλλά η συζήτηση αφορά γενικότερα στο μουσικό ραδιόφωνο. Δεν ξέρω γιατί οι άνθρωποι του επαγγέλματος δεν είδαμε εγκαίρως τι ερχόταν. Έχω όμως μερικές σχετικές σκέψεις. Φοβάμαι ότι ο «ραδιοφωνικός παραγωγός» (αυτός που επιλέγει τραγούδια και δεν εκφωνεί απλώς) ως δομημένο επάγγελμα δεν υπήρξε ποτέ. Μπήκαμε κάτω από αυτόν τον τίτλο άνθρωποι προερχόμενοι από πολλές μεριές, με διαφορετική παιδεία και κυρίως- χωρίς το αίσθημα της συλλογικότητας. Μας άκουγαν άνθρωποι πολλοί στο ραδιόφωνο. Μας έπαιρναν τηλέφωνο και μας έλεγαν «σας θαυμάζω», «δεν χάνω εκπομπή σας» ή «τι υπέροχος που είστε». Μας έδωσαν (τότε τις καλές μέρες) χρήματα ενός οκτάωρου για δύο ώρες εκπομπής. Κάποιοι ψωνίστηκαν, γιατί να κρυβόμαστε; Κάποιοι το έπαιξαν παράγοντες που θα κάνουν μπίζνα περιφέροντας τη ραδιοφωνική τους ταυτότητα ή και θεοί ακόμα, που θα ανεβάσουν ή θα κατεβάσουν τον τάδε τραγουδιστή παίζοντάς τον ή αποκλείοντάς τον από τις εκπομπές τους. Κάποιοι από εμάς ένιωσαν σταρ με κούφια αιτία. Αυτοί οι «κάποιοι» μπορεί να μην ήταν η πλειοψηφία, αλλά τους αφήσαμε να μας καθορίσουν.




Σκέφτομαι ότι δεν συστάθηκε ποτέ ένα σωματείο για να στεγάσει τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς. «Σώπα, ρε αδερφέ. Εμείς γιατί να κάνουμε σωματείο; Ηχολήπτες είμαστε;» (το «ηχολήπτες» ειπωμένο πάντα υποτιμητικά). Δεν ισχυρίζομαι ότι ένα σωματείο θα μπορούσε να είχε σώσει τις θέσεις εργασίας. Θα μπορούσε όμως, μόνο και ως σκέψη, να μας είχε περισώσει από την αλαζονεία.