
Στην Ιαπωνία, τα μπαρ που σέβονται τον εαυτό τους έχουν καραόκε. Και τραγουδάνε. Ολοι. Οχι μόνο οι πελάτες, αλλά και ο μπάρμαν. Και η σερβιτόρα, όπου υπάρχει. Και τα ξαδέρφια ή οι γονείς του μπάρμαν. Καμιά φορά, και ο σκύλος του. 'Η η γάτα του. Στην Ιαπωνία, μαύρη γάτα σημαίνει γούρι. Το κρατικό λαχείο έχει για μασκώτ μία ολόμαυρη ψιψίνα που κουβαλάει με τα δόντια της ένα μικροσκοπικό μαύρο γατάκι.
Στην Ιαπωνία, όπου ο ελεύθερος χώρος είναι είδος εν ανεπαρκεία, τα μπαράκια έχουν έκταση 10-15 τετραγωνικά μέτρα. Μερικά από αυτά είναι ισόγεια και βγάζουν σκαμπό και ένα ή δύο μικροσκοπικά τραπεζάκια έξω στον πεζόδρομο. Τα περισσότερα κρύβονται πίσω από βαριές πόρτες με φινιστρίνι, σε ορόφους πολυκατοικιών. Για να τα βρεις, πρέπει να κοιτάξεις ψηλά και να δεις τη φωτεινή επιγραφή, στην οποία είναι σημειωμένη και ο αριθμός του πατώματος. Κατά κανόνα, υπάρχει και ένα χάρτινο ταμπλό ακουμπισμένο δίπλα στην είσοδο: "Bar Dragon, 6th floor".Μετά, παίρνεις το ασανσέρ και ανεβαίνεις στον έκτο. Κοιτάζεις τις πόρτες μέχρι να εντοπίσεις τον Κόκκινο Δράκο. Κοιτάζεις από το μικροσκοπικό παραθυράκι για να δεις τι παίζεται. Σπρώχνεις και μπαίνεις. Αν διστάσεις, εσύ θα χάσεις.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, βρίσκεις μέσα 3-4 άτομα. Τον ιδιοκτήτη, ένα φιλαράκι του, ένα ζευγάρι που κουτσοπίνει, η γάτα που χουζουρεύει σε μια γωνιά. Το καραόκε περιμένει παραγγελία, η οποία μπορεί να έρθει, μπορεί και όχι. Συχνά ακούγεται χέβι μέταλ. Ή μπλούζ. Ή αμερικάνικη ροκ του συρμού. Ή γιαπωνέζικη ποπ βήτα διαλογής.
Ή -δεν ξέρω αν σας το είπα ήδη- χέβι μέταλ. Οι Γιαπωνέζοι αγαπάνε τα μέταλλα, γι'αυτό και είναι ηχογραφημένα στη χώρα τους ορισμένα από τα κλασσικά "ζωντανά" άλμπουμ του είδους.
Στα μπαρ της Ιαπωνίας, σε κερνάνε. Οχι μόνο πατατάκια, αλλά και φαγητό. Μέχρι να αποτελειώσεις το ποτό σου, έχει προσγειωθεί μπροστά σου πιάτο με ζεστό μεζέ. Στα 15 σημαιοστολισμένα τετραγωνικά χωράει και μίνι κουζίνα. Το κέρασμα μπορεί να είναι σαντουιτσάκι, πίτσα, ομελέτα, σουβλάκια κοτόπουλο τεριγιάκι ή και κάποιο έδεσμα άγνωστο στο αμάθητο δυτικό μάτι και δύσκολο για τον καλομαθημένο δυτικό ουρανίσκο. Σε ένα μικροσκοπικό μπαράκι στο Tόκυο μας κέρασαν κάτι απροσδιόριστο που κατόπιν σύσκεψης συμφωνήσαμε ότι ήταν χλαπάτσα. Μας άρεσε.Στα μπαρ της Ιαπωνίας, είναι ζήτημα χρόνου και -δικής σου- εξωστρέφειας να γίνεις φίλος με τον μπάρμαν/ιδιοκτήτη. Θα σου πιάσει κουβέντα είτε μιλάει αγγλικά είτε (το πιθανότερο) όχι. Θα συζητήσεις μαζί του επί ώρες, ακόμα και αν η μοναδική οδός συνεννόησης είναι η γλώσσα των νοημάτων. Θα πιείς σφηνάκια στην υγεία του και θα τσιμπήσεις και κάτι. Θα επιλέξεις εσύ τη μουσική. Θα χορέψεις, αν το θελήσεις. Θα τραγουδήσεις, αν σε πείσουν. Θα κρατήσεις την τυχερή γατούλα στην αγκαλιά σου.

Και την επόμενη μέρα, θα ξαναπάς. Διότι ένιωσες σαν στο σπίτι σου. Σαν να έχεις ένα δεύτερο σπίτι, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα σου. Στη χώρα όπου ο ήλιος ανατέλλει σαν χαμόγελο. Πλέον, θα είσαι "του μαγαζιού" και όχι ξένος.
Στο τέλος της βραδιάς, την ώρα που τα μπαρ κλείνουν, θα σε κλειδώσουν μέσα. Εσύ, η γάτα, το "αφεντικό" και οι καλοί του φίλοι, που μαζεύονται για τα τελευταία ξύδια της νυχτιάς. Το ξημέρωμα θα σας βρει να πίνετε μαζί και να αποχωρείτε τρεκλίζοντας, ενώ οι εργάτες ξεκινούν για τις φάμπρικες και τα παιδιά για το σχολείο.
Η επόμενη μπυροκατάνυξη θα είναι αφιερωμένη στη μνήμη των θυμάτων του Σεντάι και των ωραίων στιγμών που ζήσαμε το 2006, στο Μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει όσους έσβησαν στα παγωμένα νερά του τσουνάμι.