Του Άκη Έβενη
Το ραδιόφωνο και η διανομή ηχητικού περιεχομένου βρίσκονται σε ένα κομβικό σημείο καμπής. Η μετάβαση από τις παραδοσιακές αναλογικές μεταδόσεις στις ψηφιακές και διαδικτυακές πλατφόρμες δεν αλλάζει απλώς τον τρόπο που ακούμε, αλλά επανακαθορίζει ολόκληρη την αρχιτεκτονική της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας.
Η συζήτηση γύρω από το μέλλον και τη βιωσιμότητα του ψηφιακού ραδιοφώνου (DAB+) παραμένει ένα από τα πιο ανοιχτά τεχνολογικά ζητήματα της εποχής μας, με τις επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητά του να διατυπώνονται ήδη από το 2024. Μέσα από μια τεχνολογική προσέγγιση που παρουσιάσαμε εκείνη την περίοδο, επιχειρήθηκε να αναδειχθεί ο έντονος ανταγωνισμός που θα δεχόταν το σύστημα DAB+ από τη ραγδαία άνοδο των smartphones και του διαδικτύου. Η εξέλιξη των πραγμάτων επιβεβαίωσε σε μεγάλο βαθμό αυτούς τους προβληματισμούς, καθώς το Διαδίκτυο κυριάρχησε προσφέροντας απεριόριστες επιλογές. Ωστόσο, το DAB δεν εξαφανίστηκε, αλλά κατάφερε να εξασφαλίσει μια συγκεκριμένη στρατηγική θέση στην αγορά, κυρίως λόγω της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που επέβαλε την υποχρεωτική ενσωμάτωση ψηφιακών δεκτών σε όλα τα νέα αυτοκίνητα (από το 2021 και μετά), λειτουργώντας ως μια αναγκαία εναλλακτική υποδομή για δωρεάν επίγεια μετάδοση χωρίς τη χρήση δεδομένων κινητής τηλεφωνίας.
Μεγάλο το οικονομικό και γεωγραφικό στοίχημα για την καθολική κάλυψη του DAB+ στην Ελλάδα

Για μια χώρα με τη γεωγραφική ιδιαιτερότητα της Ελλάδας, η δημιουργία ενός δικτύου DAB+ χωρίς καμία διακοπή στη μετάδοση αποτελεί ένα εξαιρετικά δαπανηρό έργο. Απαιτεί επενδύσεις δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, τις οποίες η ελεύθερη αγορά αδυνατεί να επωμιστεί αυτόνομα. Η ΕΡΤ, έχοντας ξεκινήσει τις προκαταρκτικές προσπάθειες για την εφαρμογή του συστήματος το 2016, προχώρησε στις πρώτες επίσημες πιλοτικές εκπομπές στις 5 Ιανουαρίου 2018 (ώρα 12:15). Η ιστορική αυτή μετάδοση πραγματοποιήθηκε από το Κέντρο Εκπομπής Υμηττού στο VHF (κανάλι 12C) με ισχύ 300W, περιλαμβάνοντας έξι ραδιοφωνικά προγράμματα της Δημόσιας Ραδιοφωνίας (Πρώτο, Δεύτερο, Τρίτο, ΕΡΑ Σπορ, Kosmos, Φωνή της Ελλάδας, καθώς και το κανάλι της Βουλής των Ελλήνων). Οι προσπάθειες αυτές πλαισιώθηκαν στη συνέχεια από ειδική τεχνική ημερίδα που διοργανώθηκε τον Μάρτιο (βλέπε σχετικό βίντεο) του ίδιου έτους. Πρόσφατα, η διοίκηση της ΕΡΤ ανακοίνωσε ένα εκτενές πλάνο επέκτασης με την ενεργοποίηση 31 ψηφιακών ραδιοφωνικών πομπών, με στόχο να καλύψει τις μεγάλες πόλεις και τους κεντρικούς οδικούς άξονες της χώρας.
Ωστόσο, το ανάγλυφο της χώρας με τα αναρίθμητα βουνά, τα νησιά και τις οδικές σήραγγες απαιτεί δεκάδες κύρια κέντρα εκπομπής, καθώς και εκατοντάδες μικρούς αναμεταδότες (gap fillers) προκειμένου να αποφεύγεται το φαινόμενο της απόλυτης σιωπής. Αυτή η κοστοβόρα διαδικασία, σε συνδυασμό με την απροθυμία των ιδιωτικών σταθμών να διαθέσουν πόρους, σημαίνει ότι για μια πραγματική, καθολική κάλυψη θα απαιτηθούν πολλά έτη εντατικών επενδύσεων. Ως εκ τούτου, ουδείς μπορεί να εγγυηθεί με βεβαιότητα το πότε -ή ακόμα και το αν- αυτή θα ολοκληρωθεί.
Το Διαδίκτυο και τα FM κρατούν τα πρωτεία στην παγκόσμια ακρόαση με το DAB σε συμπληρωματικό ρόλο
Στην παγκόσμια αγορά της διανομής ηχητικού περιεχομένου τα δεδομένα δείχνουν μια ξεκάθαρη συνύπαρξη δύο διαφορετικών κόσμων όπου το Διαδίκτυο και τα FM διατηρούν σταθερά τα πρωτεία. Τα smartphones και το Διαδίκτυο κυριαρχούν ολοκληρωτικά στις νεότερες ηλικίες και στις υπηρεσίες κατά παραγγελία μέσω πλατφορμών streaming, ενώ το παραδοσιακό αναλογικό ραδιόφωνο FM παραμένει ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της μαζικής και καθολικής γεωγραφικής κάλυψης, ειδικά μέσα στο αυτοκίνητο. Αντίθετα, το σύστημα DAB+ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί κυρίαρχο μέσο, καθώς η γεωγραφική του κάλυψη παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη διεθνώς και απαιτεί μεγάλες επενδύσεις νέων υποδομών προκειμένου να φτάσει και να ξεπεράσει την εμβέλεια των άλλων δύο ανταγωνιστών του, με αποτέλεσμα να λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι ως ηγέτης της αγοράς.
Το ευρωπαϊκό πείραμα και το πάθημα της Νορβηγίας
Ακούμε πολλά τελευταία για το DAB+ και το ψηφιακό ραδιόφωνο, αλλά τι ισχύει πραγματικά; Η τεχνολογία αυτή είναι πλέον διαθέσιμη σε δεκάδες χώρες, όμως το κρίσιμο ερώτημα το οποίο παραμένει είναι: Πού είναι οι ακροατές του;
Τα ανεξάρτητα δεδομένα από μεγάλες εταιρείες ερευνών και στατιστικούς φορείς αποκαλύπτουν μια πολύ πιο σύνθετη και σκληρή πραγματικότητα σε σχέση με την ωραία εικόνα που παρουσιάζουν οι επίσημοι οργανισμοί προώθησης. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Νορβηγία, η οποία το 2017 προχώρησε στο αμφιλεγόμενο κλείσιμο των εθνικών σταθμών FM, αναγκάζοντας τους πολίτες να επωμιστούν το κόστος αγοράς νέων ψηφιακών δεκτών. Ωστόσο, πολύ λίγοι ανταποκρίθηκαν άμεσα, καθώς οι ανεξάρτητες μετρήσεις έδειξαν ότι η καθημερινή ακροαματικότητα έπεσε κατακόρυφα αμέσως μετά τη μετάβαση. Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος ραδιοφωνικός φορέας (NRK) έχασε ένα τεράστιο ποσοστό ακροατών, οι οποίοι στράφηκαν είτε σε πλατφόρμες streaming είτε στους ιδιωτικούς τοπικούς σταθμούς που παρέμειναν στα FM.
Το αποτέλεσμα αυτού του «πειράματος» ήταν τόσο ανησυχητικό, που ανάγκασε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Ολλανδία, να αναβάλουν ή να αποκλείσουν την οριστική κατάργηση των FM, αναγνωρίζοντας ότι η αναλογική εκπομπή παραμένει η κύρια πηγή εσόδων και ακροαματικότητας. Ακόμη και η Ελβετία, η οποία είχε προγραμματίσει την πλήρη κατάργηση των FM, αναγκάστηκε να υποχωρήσει υπό το βάρος της πίεσης των ακροατών και των διαφημιστών, δίνοντας επίσημη παράταση στην αναλογική εκπομπή τουλάχιστον έως το 2034.
DAB+ εναντίον FM: Η μάχη του κόστους...
Προκειμένου να κατανοήσουμε τις πραγματικές ισορροπίες αυτής της επικείμενης αλλαγής, ζητήσαμε τη γνώμη ενός ανθρώπου με βαθιά γνώση του αντικειμένου. Ο Νίκος Μιχαλίτσης, στέλεχος με μακρά και επιτυχημένη θητεία στην ΕΡΤ ως Διευθυντής Τεχνικής Ανάπτυξης (2002-2010) και μετέπειτα Γενικός Διευθυντής Τεχνολογίας (Αύγ. 2010 - Δεκ. 2012 & Μάιος 2015 - Οκτώβριος 2018), μοιράζεται μαζί μας την εμπειρία του. Άλλωστε, επί των ημερών του έγιναν τα πρώτα βήματα του DAB+ στην Ελλάδα. Σήμερα, αναλύει με αριθμούς γιατί η νέα αυτή τεχνολογία αποτελεί οικονομικό μονόδρομο, αλλά και γιατί το παραδοσιακό ραδιόφωνο των FM προβάλλει ακόμα τόσο ισχυρή αντίσταση.

Οι διευκρινίσεις του πρώην Γενικού Διευθυντή Τεχνολογίας της ΕΡΤ, Νίκου Μιχαλίτση
«Οι προσπάθειες αρκετών χωρών να μεταβούν στην ψηφιακή μετάδοση ραδιοφώνου DAB+ εξηγείται από μεσοπρόθεσμο οικονομικό συμφέρον. Το μεγάλο πλεονέκτημα των FM είναι η τεράστια εγκατεστημένη βάση τους και το γεγονός ότι δεν υπάρχει σπίτι ή αυτοκίνητο χωρίς δέκτη FM. Το μεγάλο μειονέκτημα είναι ότι είναι ένα πολύ κοστοβόρο μέσο μετάδοσης. Κάθε ραδιοφωνικό πρόγραμμα απαιτεί έναν δικό του πομπό για κάθε σημείο εκπομπής. Και κάθε πομπός FM έχει υψηλό κόστος και για την εγκατάστασή του, αλλά κυρίως για τη συντήρησή του.
Αντιθέτως, ένας πομπός DAB+ μπορεί να φιλοξενήσει 8-10 ραδιοφωνικά προγράμματα με υψηλή ποιότητα ήχου (bitrate 128kbps) ή 16 – 20 ενημερωτικά ραδιοφωνικά προγράμματα με πολύ καλή ποιότητα ήχου (bitrate 64kbps). Επειδή σε κάθε «μπουκέτο» προγραμμάτων που εξυπηρετείται από έναν πομπό, τα προγράμματα θα είναι μικτά (ενημερωτικά και μουσικά) και επειδή υπάρχουν στο DAB+ αλγόριθμοι που κατανέμουν το bitrate με δυναμικό τρόπο, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι ένας πομπός DAB+ φιλοξενεί άνετα 14 ραδιοφωνικά προγράμματα αποδίδοντας υψηλότατη ποιότητα. Αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι οι πομποί DAB+ είναι φθηνότεροι από τους πομπούς FM, αλλά κυρίως ότι η συντήρησή τους κοστίζει εξαιρετικά λιγότερο, καταλαβαίνουμε ότι το κόστος εγκατάστασης και συντήρησης για έναν ραδιοφωνικό σταθμό, που συμμετέχει μαζί με άλλους σε ένα μπουκέτο DAB+ είναι τουλάχιστον 15 φορές μικρότερο σε σχέση με τα FM.
Γιατί αντέχουν, λοιπόν, τα FM; Αντέχουν χάρις σε μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις της φυσικής. Τη δύναμη της αδράνειας. Υπάρχει ήδη η εγκατεστημένη βάση που έχει ήδη πληρωθεί και το πρόσθετο κόστος είναι αυτό της συντήρησης (όχι αμελητέο πάντως). Επίσης υπάρχουν παντού δέκτες FM. To DAB+ πρέπει να δει ένα ολόκληρο δίκτυο να στήνεται από την αρχή και να πείσει τον κόσμο να αγοράσει νέους δέκτες (όχι μόνο για τα αυτοκίνητα, που όπως είπαμε διαθέτουν υποχρεωτικά από το 2021). Πρόκειται για μια μάχη που δεν γνωρίζουμε το αποτέλεσμα της έκβασης ούτε το χρόνο της οριστικής επικράτησης».
Ν.Μιχαλίτσης
Η σκληρή πραγματικότητα των αριθμών και το ρίσκο της επένδυσης σε δίκτυα αντί για περιεχόμενο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το στρατηγικό ερώτημα για το τι συμφέρει μια χώρα να χρηματοδοτήσει απαντάται από την ίδια την ουσία των ΜΜΕ, η οποία δεν εντοπίζεται στα συστήματα μετάδοσης αλλά στο ίδιο το προϊόν. Από οικονομική και πολιτιστική άποψη, μια χώρα αποκτά τεράστιο πλεονέκτημα όταν επενδύει στην παραγωγή ποιοτικού, επώνυμου και πρωτογενούς περιεχομένου, αντί να εγκλωβίζει πόρους σε αβέβαιες και δαπανηρές υποδομές δικτύων όπως το DAB+. Το περιεχόμενο διατηρεί την αξία του ανεξάρτητα από την τεχνολογία που θα επικρατήσει στο μέλλον, καθώς μπορεί να διανεμηθεί εξίσου αποτελεσματικά μέσω των υπαρχόντων FM, του διαδικτύου ή των αυτόνομων εφαρμογών. Αντίθετα, η διοχέτευση εκατομμυρίων σε ένα ψηφιακό δίκτυο εκπομπής με άγνωστο ορίζοντα ολοκλήρωσης κινδυνεύει να αποδειχθεί μια άσκοπη επένδυση σε άψυχα μηχανήματα, αν την ίδια στιγμή οι σταθμοί στερούνται τη χρηματοδότηση για τη δημιουργία προγραμμάτων που ελκύουν το ενδιαφέρον των ακροατών.
Ποια η διαφορά μεταξύ SW(βραχέα)/AM/FM, DAB+ & Πλατφόρμας (τύπου ERTecho);
Για να κατανοήσουμε το νέο τοπίο, οφείλουμε να διαχωρίσουμε τις τεχνολογίες με βάση δύο κρίσιμους άξονες, δηλαδή τον τρόπο διαχείρισης του περιεχομένου τους και την ανθεκτικότητά τους σε συνθήκες κρίσης. Κάθε σύστημα εκπομπής χρησιμοποιεί μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία διαχείρισης περιεχομένου η οποία ορίζει και το τεχνολογικό ανάστημα.
Στα FM / AM (Γραμμικό - Αναλογικό) το περιεχόμενο διαμορφώνεται σε πραγματικό χρόνο στο στούντιο και μετατρέπεται άμεσα σε αναλογικό ηλεκτρομαγνητικό κύμα. Το όριο δυνατοτήτων του έχει εξαντληθεί προ πολλού, καθώς περιορίζεται αυστηρά σε μονοφωνικό ή στερεοφωνικό ήχο και στις στοιχειώδεις πληροφορίες κειμένου του RDS χωρίς καμία δυνατότητα αλληλεπίδρασης.
Στο DAB+ (Γραμμικό - Ψηφιακό Πολυπλεξίας) το περιεχόμενο ψηφιοποιείται και «πακετάρεται» μαζί με άλλους σταθμούς σε μια κοινή ψηφιακή συχνότητα. Το όριο δυνατοτήτων του εξαντλείται στη χωρητικότητα αυτού του πακέτου και στο μέγεθος της οθόνης του δέκτη, επιτρέποντας πεντακάθαρο ήχο, πλήρεις πληροφορίες για το πρόγραμμα και τους συντελεστές καθώς και έγχρωμα στατικά γραφικά, αν και η ροή παραμένει κοινή για όλους χωρίς on-demand επιλογές. Η εμβέλεια ενός πομπού DAB+ κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 50 και 80 χιλιομέτρων από το σημείο εκπομπής, ανάλογα με την ισχύ του πομπού, τη γεωγραφία της περιοχής και το ύψος της κεραίας. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του είναι ότι πολλοί πομποί μπορούν να εκπέμπουν στην ίδια ακριβώς συχνότητα ταυτόχρονα χωρίς να δημιουργούν παρεμβολές μεταξύ τους.
Στο Διαδικτυακό Ραδιόφωνο / Apps (On-Demand - IP), με πλατφόρμες όπως το ERTecho, RaiPlay Sound, ARD Audiothek, BBCsound, RNE Audio, η λειτουργία βασίζεται σε κεντρικούς διακομιστές Cloud. Το όριο δυνατοτήτων εδώ είναι θεωρητικά απεριόριστο, καθώς σπάει η γραμμική ροή: Προσφέρεται πλήρης εξατομίκευση, λειτουργία Time-shift για πάγωμα και επανάληψη της ροής, Podcasts, διαδραστικότητα, πλούσιο οπτικό υλικό (στατική ή κινούμενη εικόνα) και δυναμική αναβάθμιση της ποιότητας ήχου, επιτρέποντας στους ακροατές να ελέγχουν απόλυτα το πότε και πώς θα καταναλώσουν το περιεχόμενο. Κατά συνέπεια, αυτές οι νέες ψηφιακές πλατφόρμες επιβάλλουν τον σχεδιασμό νέων μοντέλων παρουσίασης, τα οποία έως σήμερα ήταν αδύνατον να φιλοξενηθούν από τα παραδοσιακά συστήματα μετάδοσης ραδιοφωνικού σήματος.
Αντοχή συστημάτων μετάδοσης (εν συντομία)
Σε καταστάσεις εκτάκτων αναγκών ή φυσικών καταστροφών, η πυραμίδα της χρησιμότητας ανατρέπεται πλήρως, καθώς όσο πιο εξελιγμένο είναι ένα σύστημα, τόσο πιο ευάλωτο γίνεται.
Τα AM / SW (Βραχέα) παρουσιάζουν απόλυτη ανθεκτικότητα, διότι το σήμα ταξιδεύει χιλιάδες χιλιόμετρα μέσω της ιονόσφαιρας και παρακάμπτει τις τοπικές καταστροφές, επιτρέποντας στην πληροφορία να φτάσει στον δέκτη ακόμα και με έντονα παράσιτα.
Τα FM διαθέτουν υψηλή ανθεκτικότητα, επειδή οι τοπικοί πομποί μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα με γεννήτριες, ακόμη και αν αποκοπούν από το κεντρικό δίκτυο.
Το DAB+, όταν η κάλυψή του είναι επαρκής, εμφανίζει και αυτό υψηλή ανθεκτικότητα. Και εδώ οι πομποί εξοπλίζονται με γεννήτριες που διασφαλίζουν τη συνέχεια της λειτουργίας τους ακόμα και σε περίπτωση πτώσης του ηλεκτρικού δικτύου.
Οι Διαδικτυακές Εφαρμογές (IP) έχουν μηδενική ανθεκτικότητα, καθώς βασίζονται σε μια ευάλωτη αλυσίδα υποδομών από κεραίες κινητής, οπτικές ίνες και κέντρα δεδομένων, με αποτέλεσμα να παύουν να λειτουργούν αν κοπεί το ρεύμα ή υπερφορτωθεί το δίκτυο.
Συμπέρασμα
Το ραδιόφωνο δεν πεθαίνει, αλλά μεταμορφώνεται ριζικά. Η ελληνική απάντηση στις προκλήσεις της νέας εποχής δεν μπορεί να είναι η σπατάλη πόρων σε αβέβαια δίκτυα, αλλά η στρατηγική επένδυση στην πολιτιστική και ενημερωτική ταυτότητα μας. Όταν οι εγχώριοι φορείς παράγουν ελκυστικό, πρωτογενές προϊόν με ισχυρή θεσμική σφραγίδα, ο ήχος θα βρίσκει πάντα τον δρόμο του προς τους πολίτες, είτε ταξιδεύει μέσα από τα παραδοσιακά ερτζιανά κύματα είτε μέσα από τις λεωφόρους του διαδικτύου. Η μάχη της νέας εποχής θα κερδηθεί στα στούντιο παραγωγής περιεχομένου και όχι στα εργοστάσια των κεραιών.
