Του Τάσου Παπαϊωάννου
Τα περισσότερα κείμενά μου καταλήγουν στη μουσική, πράγμα μάλλον αναπόφευκτο όταν έχεις λιώσει σόλες σε συναυλίες σε όλα τα πλάτη και τα μήκη. Αυτή είναι όμως μόνο η μισή ιστορία των παπουτσιών μου. Από παιδί είμαι ενεργός φίλαθλος, με αμέτρητες ώρες σε γήπεδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ. Έχω δει επίσης αρκετά από τα ιστορικά γήπεδα της Ευρώπης, μόνο που πολλές φορές υπήρχε μια σκηνή εκεί όπου κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται η μεγάλη περιοχή. Η ευκαιρία να παρακολουθήσεις έναν αγώνα Premier League στο Anfield, αυτή τη φορά με το χορτάρι στη θέση του και το γήπεδο να χρησιμοποιείται για τον λόγο που χτίστηκε, δεν χρειαζόταν πολλή σκέψη.
Την προηγούμενη μέρα είχαμε περάσει από τα δύο μεγάλα γήπεδα του Μάντσεστερ, το Old Trafford και το Etihad, από την περιέργεια να δεις από κοντά χώρους που γνωρίζεις χρόνια μέσα από μια τηλεοπτική οθόνη. Το βράδυ ήρθαν οι Pulp στο Wythenshawe Park και γράψαμε στο Loaded για τη συναυλία τους και το επόμενο πρωί, γύρω στις οκτώμισι, αφήναμε το Μάντσεστερ για το Λίβερπουλ, με τη συναυλία ακόμη κοντά και τη σέντρα ήδη μπροστά μας. Στις 12.30 η Liverpool έπαιζε με τη Nottingham Forest στο Anfield. Στην Αγγλία η ώρα της σέντρας εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με τη σοβαρότητα ενός κανονικού ραντεβού, κι έτσι τα περίπου σαράντα πέντε λεπτά μέχρι το Λίβερπουλ είχαν ήδη κάτι από την προσμονή του αγώνα.
Μέσα στο τρένο, άλλωστε, το ματς είχε αρχίσει με τον δικό του τρόπο πολύ πριν φανεί το Anfield. Τα βαγόνια είχαν γεμίσει φανέλες και κασκόλ της Liverpool, οικογένειες, παιδιά και παρέες που έμοιαζαν να κάνουν αυτή τη διαδρομή εδώ και χρόνια. Κανείς δεν αντιμετώπιζε τα χρώματα της ομάδας του σαν κάτι που απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή. Για εκείνους ήταν απλώς ο τρόπος να πάνε στο γήπεδο. Μου είναι δύσκολο να φανταστώ έναν Έλληνα οπαδό να ξεκινά μόνος από μια πόλη του Βορρά ή του Νότου, φορώντας από το πρωί τη φανέλα της ομάδας του, να ταξιδεύει ανάμεσα σε οπαδούς ενός μεγάλου αντιπάλου και να θεωρεί αυτονόητο ότι το μόνο που έχει να σκεφτεί είναι αν θα προλάβει τη σέντρα. Στη δική μας ποδοσφαιρική πραγματικότητα η ίδια μετακίνηση θα θεωρούνταν εξαρχής ζήτημα ασφάλειας. Αυτό που μέσα στο αγγλικό βαγόνι έμοιαζε με το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, για τα ελληνικά δεδομένα εξακολουθεί να έχει κάτι από βρετανική επιστημονική φαντασία: ένας οπαδός ταξιδεύει ανενόχλητος ανάμεσα στους αντιπάλους του και, για να ολοκληρωθεί το σενάριο, λειτουργεί κανονικά και το τρένο.
Η εικόνα δεν άλλαξε όταν κατεβήκαμε. Αυτό που είχε αρχίσει μέσα στα βαγόνια συνεχιζόταν στους δρόμους του Λίβερπουλ, καθώς το πλήθος κινούνταν προς το Anfield χωρίς την αίσθηση ότι μια ποδοσφαιρική ημέρα απαιτεί από μόνη της κατάσταση συναγερμού. Η αστυνομική παρουσία στη διαδρομή ήταν ελάχιστη, χωρίς κλούβες να καθορίζουν την εικόνα ή σειρές αστυνομικών να συνοδεύουν κάθε διαφορετικό έμβλημα. Ο δρόμος προς το γήπεδο είχε περισσότερο την όψη μιας σαββατιάτικης μετακίνησης της πόλης παρά μιας επιχείρησης δημόσιας τάξης.
Το Anfield δεν εμφανίζεται αποκομμένο από την πόλη. Πλησιάζεις μέσα από δρόμους με σειρές σπιτιών και βρεγμένα πεζοδρόμια, ενώ στις μεσοτοιχίες αρχίζουν να εμφανίζονται τεράστια murals παικτών και μορφών από διαφορετικές εποχές. Το κόκκινο απλώνεται στη γειτονιά, στις σημαίες, στα κασκόλ, στους πάγκους, στις προσόψεις, ώσπου αντιλαμβάνεσαι πως ο σύλλογος έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια του γηπέδου. Ζει στους τοίχους, στις παλιές φωτογραφίες, στα παιδιά που περπατούν δίπλα σε ανθρώπους που έκαναν την ίδια διαδρομή δεκαετίες πριν. Η Liverpool έγινε ένας από τους μεγαλύτερους συλλόγους του κόσμου, όμως εδώ γύρω εξακολουθεί να μοιάζει με οικογενειακή υπόθεση.
Οι παμπ ήταν ήδη γεμάτες και λίγο πιο κάτω οι πάγκοι είχαν απλώσει προγράμματα, κασκόλ και εκατοντάδες pins. Μέσα σε αυτή την τελετουργία βρίσκεται μία από τις ωραιότερες αντιφάσεις της Premier League. Ένα από τα ακριβότερα και πιο παγκοσμιοποιημένα αθλητικά προϊόντα του πλανήτη εξακολουθεί να αγαπιέται με έναν τρόπο βαθιά παλιομοδίτικο: η παμπ πριν από το ματς, η μπίρα, οι φίλοι, το κασκόλ, η κουβέντα στον δρόμο και εκείνα τα τελευταία τετράγωνα με τα πόδια. Το ποδόσφαιρο έχει καταφέρει να βάλει τιμή σχεδόν στα πάντα. Το περπάτημα από την παμπ μέχρι το γήπεδο παραμένει, προς το παρόν τουλάχιστον, εκτός συνδρομητικού πακέτου.
Μέσα στο πλήθος συναντούσαμε αρκετούς οπαδούς της Nottingham Forest. Με έναν από αυτούς πιάσαμε κουβέντα.
-«Πηγαίνεις συχνά μόνος σου στα εκτός έδρας;»
-«Φυσικά.»
-«Δεν φοβάσαι ότι μπορεί να σε πειράξει κανείς;»
Μας κοίταξε με περισσότερη απορία απ’ όση περίμενα.
-«Γιατί; Πάω να δω ποδόσφαιρο».
Πέντε λέξεις που στη δική μας πλευρά της Ευρώπης θα μπορούσαν σχεδόν να ακουστούν ως ριζοσπαστική πρόταση. Το αγγλικό ποδόσφαιρο ασφαλώς δεν γεννήθηκε σε παρθεναγωγείο και η ιστορία του έχει αρκετή βία ώστε να μην επιτρέπει εύκολες εξιδανικεύσεις. Εκείνη τη μέρα όμως η φυσιολογική κατάσταση ήταν η συνύπαρξη, όχι η προετοιμασία για σύγκρουση. Ο αντίπαλος μπορούσε να βρίσκεται στο ίδιο τρένο, να περπατά στον ίδιο δρόμο και αργότερα να πανηγυρίζει κάτι που θα σου χαλούσε το απόγευμα, χωρίς η παρουσία του να αποτελεί από μόνη της πρόβλημα δημόσιας τάξης. Η αντιπαλότητα είχε τα πειράγματα, τα τραγούδια και τις χωριστές εξέδρες της, χωρίς να χρειάζεται να γίνει φόβος.
Όσο πλησιάζαμε, το πλήθος πύκνωνε και η γειτονιά έδινε σταδιακά τη θέση της στον χώρο του γηπέδου, χωρίς να υπάρχει πραγματικό σύνορο ανάμεσά τους. Το Anfield είχε αρχίσει πολύ πριν από τις θύρες του. Το άγαλμα του Shankly, το Champions Wall, τα μνημεία και τα πρόσωπα στους τοίχους συνέχιζαν την ιστορία που είχαμε ήδη δει πάνω στις μεσοτοιχίες και στα παράθυρα των γύρω δρόμων. Ανάμεσά τους περνούσαν παλιές και καινούργιες φανέλες, γονείς με παιδιά, άνθρωποι με φαγητό στο χέρι και παρέες που κατευθύνονταν προς τις εισόδους.
Όταν έφτασε η ώρα να πάρουμε τις θέσεις μας, η χαλαρότητα των δρόμων έδωσε τη θέση της σε έναν αυστηρό και οργανωμένο έλεγχο στις εισόδους. Η ασφάλεια βρισκόταν ακριβώς εκεί όπου είχε λόγο να βρίσκεται, χωρίς να έχει χρειαστεί μέχρι τότε ολόκληρη η γειτονιά να μετατραπεί σε χώρο επιχείρησης. Η είσοδος δεν έκοβε τη διαδρομή στα δύο. Ο δρόμος και η γειτονιά παρέδιδαν απλώς τον κόσμο στην εξέδρα.
Αυτή η συνέχεια γινόταν ακόμη πιο αισθητή μόλις έμπαινες στις εξέδρες. Η μουσική στο Anfield δεν λειτουργεί ως απλή εισαγωγή πριν από έναν αγώνα. Ανήκει εδώ και δεκαετίες στη μνήμη του γηπέδου και λίγο πριν από τη σέντρα το You’ll Never Walk Alone άρχισε να ακούγεται από τα μεγάφωνα. Το τραγούδι που οι Gerry and the Pacemakers έστειλαν στο Νο 1 το 1963 και που την ίδια εποχή υιοθετήθηκε από το Kop είχε πάψει προ πολλού να είναι απλώς μια ηχογράφηση. Τα μεγάφωνα το κρατούσαν μόνο για λίγο, ώσπου το Kop το έπαιρνε πάνω του και οι υπόλοιπες εξέδρες γέμιζαν τη φωνή. Όσο κι αν έχεις δει αυτή τη στιγμή σε τηλεοράσεις και βίντεο, μέσα στο Anfield είναι διαφορετική. Μία μέρα μετά τους Pulp, η ανατριχίλα ερχόταν πάλι από ένα τραγούδι, μόνο που αυτή τη φορά ο τραγουδιστής ήταν ολόκληρο το γήπεδο.
Το μεγάλο κορεό στο Kop για τον Kevin Keegan έφερνε ένα ακόμη κομμάτι του παρελθόντος μέσα στο σύγχρονο Anfield. Το όνομα ενός παίκτη άλλης εποχής απλωνόταν στην κερκίδα, ανάμεσα σε κασκόλ και σηκωμένα χέρια, μπροστά σε ανθρώπους που για λίγα λεπτά συμμετείχαν στην ίδια ανάμνηση, ακόμη κι αν αρκετοί δεν τον είχαν δει ποτέ να παίζει. Η μνήμη εδώ δεν περιορίζεται σε προθήκες και φωτογραφίες. Κατεβαίνει στην εξέδρα, περνά από γενιά σε γενιά και επιστρέφει κάθε τόσο εκεί όπου γεννήθηκε, μέσα στο παιχνίδι.
Όταν το κορεό κατέβηκε, το βλέμμα επέστρεψε στο χορτάρι. Το ματς είχε ρυθμό, φάσεις, εκείνη τη διαρκή μετακίνηση της προσδοκίας από τη μία εστία στην άλλη, και το 2-2 ήταν από εκείνα τα αποτελέσματα που ο ουδέτερος δέχεται με χαρά όταν έχουν προηγηθεί ενενήντα λεπτά καλού ποδοσφαίρου. Στο τελευταίο σφύριγμα οι οπαδοί της Forest είχαν έναν βαθμό για να πάρουν μαζί τους στον δρόμο της επιστροφής, ενώ στις εξέδρες της Liverpool έμενε η μικρή απογοήτευση ενός ωραίου αγώνα που δεν είχε καταλήξει όπως τον περίμεναν. Για λίγα λεπτά ακόμη ο κόσμος παρέμενε στις θέσεις του, πριν αρχίσει η αργή επιστροφή προς τις σκάλες, τις εξόδους και τη γειτονιά.
Έξω από το Anfield η μέρα δεν έδειχνε να έχει τελειώσει μαζί με τον αγώνα. Οι δρόμοι ξαναγέμιζαν από τις ίδιες φανέλες που λίγες ώρες νωρίτερα κατευθύνονταν προς τις θύρες, οι παμπ έπαιρναν πίσω τον κόσμο που είχαν παραδώσει για ενενήντα λεπτά στις εξέδρες και το σαββατιάτικο απόγευμα συνέχιζε τον ρυθμό του. Η Liverpool είχε χάσει δύο βαθμούς. Η πόλη, με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, δεν θεώρησε ότι υπήρχε λόγος να χάσει και το Σάββατό της.
Η Mathew Street ήταν το φυσικό επόμενο βήμα. Στο Cavern Club γινόταν ήδη ο γνωστός χαμός του σαββατιάτικου απογεύματος, στον χώρο όπου οι Beatles έπαιξαν 292 φορές από το 1961 έως το 1963. Οι ποδοσφαιρικές φανέλες ήταν ακόμη εκεί, ανακατεμένες με τις μπίρες, τη μουσική και τον κόσμο που κατέβαινε τις σκάλες. Στο Λίβερπουλ, ποδόσφαιρο και μουσική είναι εδώ και δεκαετίες δύο πλευρές της ίδιας ταυτότητας, τόσο δεμένες με την πόλη ώστε μερικές φορές το μόνο που αλλάζει είναι αν το πλήθος κοιτάζει προς μια σκηνή ή προς δύο εστίες.
Το προηγούμενο βράδυ τραγουδούσαμε με τους Pulp στο Μάντσεστερ, λίγες ώρες αργότερα το You’ll Never Walk Alone μας είχε βρει στο Anfield και τώρα οι σκάλες του Cavern μας κατέβαζαν πάλι μέσα στη μουσική. Δεν χρειάζεται να ανήκεις σε μια ομάδα, σε μια πόλη ή σε μια γενιά για να σε αγγίξουν τέτοιες στιγμές. Αρκεί μερικές φορές να βρίσκεσαι εκεί και να καταλαβαίνεις γιατί κάποιοι επιστρέφουν στις ίδιες εξέδρες, στα ίδια τραγούδια, στις ίδιες παμπ και στους ίδιους δρόμους για μια ολόκληρη ζωή.
Οι σόλες άλλωστε δεν λιώνουν μόνο στις συναυλίες ή στα γήπεδα. Λιώνουν στους δρόμους που διαλέξαμε και σ’ εκείνους που χρειάστηκε να πάρουμε, στη δουλειά, στις πορείες, στα ταξίδια, στις επιστροφές. Κάποια στιγμή τις αλλάζεις και συνεχίζεις. Αυτό που μένει είναι οι διαδρομές για τις οποίες άξιζε να τις φθείρεις.


.jpg)





