Γράφει ο Άκης Έβενης
Η πρόσφατη απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) να αποστείλει επιστολές σε Έλληνες δημιουργούς περιεχομένου στο YouTube, απαιτώντας την υποχρεωτική εγγραφή τους στο «Μητρώο Οπτικοακουστικών Μέσων και Οικείων Παρόχων», αποτελεί σημείο καμπής για το ελληνικό διαδίκτυο. Η κίνηση αυτή, η οποία εδράζεται στην ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας (AVMSD) μέσω του Νόμου 4779/2021, επιχειρεί να επιβάλει τους αυστηρούς γραφειοκρατικούς κανόνες που αφορούν τα τοπικά και εθνικά ραδιοτηλεοπτικά δίκτυα στον αποκεντρωμένο κόσμο των ψηφιακών πλατφορμών. Η θεσμική αυτή παρέμβαση έχει πυροδοτήσει μια βαθιά αντιπαράθεση γύρω από τα όρια της κρατικής εποπτείας, την οικονομική βιωσιμότητα των ανεξάρτητων δημιουργών και, πρωτίστως, τη διαφύλαξη της ελεύθερης έκφρασης.
Περιβάλλον ασάφειας και φόβου
Από τη μία πλευρά, η Πολιτεία και οι υποστηρικτές της ρύθμισης προτάσσουν την ανάγκη προστασίας του κοινού και των ανηλίκων από επιβλαβές περιεχόμενο. Η ενεργοποίηση του ΕΣΡ στον ψηφιακό χώρο έγινε ορατή με την επιβολή τσουχτερών προστίμων (από 20.000€ έως 30.000€) σε κανάλια γνωστών Trapper για βίντεο κλιπ των οποίων τα περιεχόμενα κρίθηκαν ότι προέβαλαν τη βία, τα ναρκωτικά και τον σεξισμό. Το επιχείρημα της Αρχής βασίζεται στο ότι η «κινούμενη εικόνα με ήχο» στο YouTube συνιστά οπτικοακουστικό μέσο και, επομένως, οι δημιουργοί που αποκομίζουν οικονομικό όφελος από αυτό (μέσω διαφημίσεων ή χορηγιών) πρέπει να λειτουργούν με όρους διαφάνειας, δηλώνοντας την επίσημη επωνυμία τους, τους μετόχους τους και τυχόντα έσοδα από κρατική διαφήμιση.
Στον αντίποδα, νομικοί, καλλιτέχνες και ενώσεις για τα ψηφιακά δικαιώματα ασκούν δριμεία κριτική, εντοπίζοντας ένα σοβαρό νομικό οξύμωρο. Το ΕΣΡ βαφτίζει τους YouTubers «παρόχους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης», παρόλο που η δραστηριότητά τους δεν αφορά τη μετάδοση ειδήσεων. Επειδή ο νόμος περιλαμβάνει στην έννοια του προγράμματος και την «ψυχαγωγία», εκπομπές πολιτικής σάτιρας και κοινωνικού σχολιασμού, όπως αυτές των Χριστόφορου Ζαραλίκου, Γιώργου Μητσικώστα και άλλων, εξισώνονται αυθαίρετα με τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας. Η οριζόντια απειλή προστίμων έως 10.000€ χωρίς τον καθορισμό ενός ελάχιστου εισοδηματικού ορίου (τζίρου) εισάγει μια επικίνδυνη διακριτική ευχέρεια: Θεωρητικά, κάθε πολίτης που αναρτά ένα βίντεο και ενεργοποιεί τη δυνατότητα ελάχιστης χρηματοδότησης μπορεί να βρεθεί στο στόχαστρο της Αρχής. Αυτό το καθεστώς δημιουργεί ένα περιβάλλον ασάφειας και φόβου, αναγκάζοντας δημιουργούς είτε σε αυτολογοκρισία είτε σε ψηφιακή «μετανάστευση», μεταφέροντας τη νομική και φορολογική τους έδρα σε χώρες του εξωτερικού (π.χ. Κύπρο, Βουλγαρία) προκειμένου να ξεφύγουν από την ελληνική δικαιοδοσία.
Ενώ η σάτιρα αποτελεί διαχρονικό εργαλείο κοινωνικής κριτικής, η άκοπη προσβολή και η χυδαιότητα συχνά στερούνται καλλιτεχνικού υπόβαθρου. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, η σκληρή ή ακόμα και η προκλητική γλώσσα είναι ανεκτή και συνταγματικά προστατευόμενη όταν υπηρετεί το ευρύτερο νόημα ενός έργου τέχνης ή την πολιτική κριτική απέναντι σε δημόσια πρόσωπα. Σε κάθε περίπτωση, η λεπτή αυτή γραμμή μεταξύ ανεκτής πρόκλησης και παράνομης προσβολής δεν μπορεί να κρίνεται από το ΕΣΡ.
Το πλαίσιο της σάτιρας, τα δημόσια πρόσωπα και η χυδαιότητα
Η σάτιρα από τη φύση της έχει σκοπό να υπερβάλλει, να παραμορφώνει και, συχνά, να σοκάρει. Όπως έχει αποφανθεί επανειλημμένα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), η ελευθερία της έκφρασης περιλαμβάνει όχι μόνο ιδέες που γίνονται ευμενώς δεκτές, αλλά και εκείνες που «προσβάλλουν, σοκάρουν ή ανησυχούν το κράτος ή ένα μέρος του πληθυσμού». Σε αυτό το πλαίσιο, μια «βαριά» ή χυδαία λέξη γίνεται ανεκτή επειδή εξυπηρετεί έναν ευρύτερο καλλιτεχνικό ή καυστικό σκοπό.
Οι πολιτικοί και τα δημόσια πρόσωπα οφείλουν να επιδεικνύουν πολύ μεγαλύτερη ανοχή στην έντονη κριτική, ακόμη και όταν αυτή αγγίζει τα όρια της προσωπικής προσβολής. Η δικαιοσύνη θεωρεί ότι όποιος επιλέγει να βρίσκεται στη δημόσια σφαίρα εκτίθεται οικειοθελώς στον δημόσιο έλεγχο, επομένως η σκληρή γλώσσα απέναντί του είναι ανεκτή χάριν του δημοσίου συμφέροντος.
Ένα επιπλέον κρίσιμο συμπέρασμα είναι η ανάγκη σαφούς διαχωρισμού μεταξύ της ωμής χυδαιότητας και της αυθεντικής σάτιρας. Ενώ η σάτιρα αποτελεί διαχρονικό εργαλείο κοινωνικής κριτικής και πνευματικής δημιουργίας, η άκοπη προσβολή και η χυδαιότητα στερούνται καλλιτεχνικού υπόβαθρου. Ωστόσο, η διάκριση αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να επαφίεται στην κρίση μιας κρατικής επιτροπής όπως το ΕΣΡ. Σε μια ευνομούμενη δημοκρατία, ο έλεγχος των προσωπικών προσβολών, της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της εξύβρισης ανήκει αποκλειστικά στα τακτικά δικαστήρια. Η μετατροπή μιας διοικητικής αρχής σε «κριτή» της ποιότητας του λόγου υπονομεύει τον ρόλο των δικαστηρίων και ανοίγει την πόρτα σε αυθαίρετες διώξεις.
Χάρρυ Κλυνν, Καραμανλής, Παπανδρέου, Σαρτζετάκης
Όταν ο Χάρρυ Κλυνν μεσουρανούσε, σατιρίζοντας ανελέητα την εξουσία και εισάγοντας τον εμβληματικό χαρακτήρα του «Τραμπάκουλα», ο τότε πρωθυπουργός και μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής, δεν κινήθηκε ποτέ νομικά εναντίον του. Αντιθέτως, με την στάση αυτή έδειξε ότι οι πραγματικά σκεπτόμενοι πολιτικοί αναγνωρίζουν τη σάτιρα ως απαραίτητη βαλβίδα αποσυμπίεσης της κοινωνίας και ως δείκτη υγείας της δημοκρατίας, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη πολιτική ανεκτικότητα.
Επίσης, ο Χάρρυ Κλυνν σατίριζε ανελέητα και την «Αλλαγή» του ΠΑΣΟΚ, μιμούμενος τη χαρακτηριστική φωνή και τις κινήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, με εμβληματικούς δίσκους όπως το «Αλλαγή και πάσης Ελλάδος». Παρά τη σφοδρή, καθημερινή και εξαιρετικά αιχμηρή κριτική που δεχόταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ούτε εκείνος κινήθηκε ποτέ νομικά για να φιμώσει ή να τιμωρήσει οικονομικά τον καλλιτέχνη.
Υπάρχει και μία εξαίρεση βέβαια. Το 1986 ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρήστος Σαρτζετάκης, εμφανίστηκε στον εορτασμό της Παναγίας Σουμελά, φορώντας στο λαιμό έναν τεράστιο σταυρό. Ο Χάρρυ Κλυνν στο άλμπουμ «Τίποτα» εμφανίστηκε ως άλλος… Σαρτζετάκης! Και εισέπραξε μήνυση για προσβολή θρησκευτικών συμβόλων.
