Το 1926 είναι η χρονιά του ραδιοφώνου.
02 Ιανουαρίου 2026
Του Θωμά Σίδερη
Βρισκόμαστε στην καρδιά του Μεσοπολέμου. Στο μεταίχμιο δύο κόσμων. Οι άνθρωποι ζουν πάνω στα θραύσματα του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου και ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον. Στην Ιταλία, ο φασισμός έχει εδραιωθεί ως καθεστώς, οι ναζιστικές μηχανές ακόμα σιωπούν, όχι όμως και η ναζιστική ιδεολογία και όλο το ιδεολογικό πλαίσιο του ρατσισμού. Οι άνθρωποι τότε, δεκατρία χρόνια μετά το τέλος του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου και δεκατρία χρόνια πριν το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ύψωναν τα ποτήρια και εύχονταν «Ευτυχισμένο το 1926», αλλά δεν ήξεραν τι θα επακολουθούσε!
Το 1926, το ραδιόφωνο εισβάλει στα σπίτια των οικογενειών σε Αμερική και Ευρώπη και γίνεται αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς τους. το ραδιόφωνο δεν είναι πια απλώς ένα τεχνολογικό θαύμα· είναι η νέα φωνή του κόσμου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, σταθμοί όπως ο WEAF στη Νέα Υόρκη, ο WJZ και ο KDKA εκπέμπουν μουσική, ειδήσεις και προγράμματα λόγου, αγγίζοντας εκατομμύρια ανθρώπους ταυτόχρονα. Στην Ευρώπη, η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία και η Ιταλία δημιουργούν τους δικούς τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, προσφέροντας στο κοινό μια νέα εμπειρία ακρόασης, που μπαίνει απευθείας στο σαλόνι, στο υπνοδωμάτιο, ακόμα και στην κουζίνα.
Οι άνθρωποι ακούν την ίδια μουσική, την ίδια φωνή, την ίδια είδηση, ακόμη κι αν βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά ο ένας από τον άλλο. Η ακρόαση γίνεται επαναλαμβανόμενη, ιδιωτική, προσωπική – αλλά ταυτόχρονα συνδέει εκατομμύρια ακροατές σε μια κοινή εμπειρία. Η μουσική που μεταδίδεται διαμορφώνει γούστα, προωθεί νέα είδη, από την τζαζ έως τις ορχήστρες χορού, και φέρνει στο σπίτι τον ήχο της εποχής των «Roaring Twenties».
Σε αυτό βοηθά και στο γεγονός ότι η δισκογραφία εκείνη τη χρονιά είναι πλέον θεσμός. Η δισκογραφία έχει πλέον εξελιχθεί σε μια πλήρως οργανωμένη και συστηματοποιημένη πολιτιστική βιομηχανία. Το 1926, μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες όπως η Columbia, η Odeon και η Parlophone παράγουν μαζικά δίσκους 78 στροφών, οι οποίοι γίνονται το κυρίαρχο μέσο διάδοσης της μουσικής. Η μαζική παραγωγή και η διανομή σε εθνικές και διεθνείς αγορές δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα: η μουσική δεν περιορίζεται πλέον σε ζωντανές παραστάσεις ή τοπικές κοινότητες, αλλά μπορεί να φτάσει σε ακροατές σε όλο τον κόσμο.
Το ραδιόφωνο αλλάζει τον τρόπο που οι άνθρωποι ζουν, ενημερώνονται και ψυχαγωγούνται. Η πληροφορία φτάνει άμεσα στο σπίτι, η ψυχαγωγία παύει να είναι μόνο ζωντανή εμπειρία, και η φωνή των παρουσιαστών, η μουσική των ορχηστρών, ακόμη και τα πρώτα talk shows δημιουργούν ένα νέο είδος δημόσιας σφαίρας – χωρίς φυσική παρουσία, μόνο μέσα από τον αέρα.
Στην καρδιά αυτού του φαινομένου βρίσκεται η τεχνολογία που συρρικνώνει αποστάσεις και ενώνει κόσμο: το 1926 το ραδιόφωνο γίνεται η αόρατη γέφυρα ανάμεσα σε πόλεις, χώρες και κοινωνικές τάξεις, χαράσσοντας τον δρόμο για τη μαζική επικοινωνία του μέλλοντος.
Την ίδια χρονιά εκπέμπει το πρώτο πειρατικό ραδιόφωνο στην Ελλάδα. Ο πομπός βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, εντός της Διεθνούς Εκθέσεως. Είναι ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός της Ελλάδας, των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ο σταθμός είχε πομπό ισχύος αρχικά 400W και στη συνέχεια 4,5 KW και εξέπεμπε σε συχνότητα μεσαίων κυμάτων (218,5 kHz), με κεραία ύψους 45 μέτρων. Δημιουργός αυτού του πρώτου ραδιοφωνικού σταθμού είναι ο Χρίστος Τσιγγιρίδης, ο οποίος ήταν έμπορος και πουλούσε μεγάφωνα! Τα μεγάφωνά του διαφήμιζαν τους εκθέτες και παράλληλα έπαιζαν μουσική. Ο όρος μεγάφωνο ήταν τότε αδόκιμος. Έτσι, μετέφρασε κυριολεκτικά τον αγγλικό όρο «loudspeaker».
Ο πρώτος αυτός ραδιοφωνικός σταθμός ξεκίνησε τη λειτουργία του στις 25 Μαρτίου 1926 και είχε μόνο δύο ακροατές. Ο ένας ήταν στην περιοχή της πλατείας Ιπποδρομίου και ο άλλος σε ένα αγγλικό καράβι στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Αρκετά πιο μακριά από την Ελλάδα, στο Λονδίνο, το 1926, η ορχήστρα ραδιοφώνου του BBC (BBC Wireless Symphony Orchestra) ηχογράφησε για λογαριασμό της Columbia μια σειρά από ορχηστρικά αποσπάσματα κλασικής μουσικής υπό τη διεύθυνση του Percy Pitt (1869–1932), ενός διακεκριμένου Άγγλου οργανίστα, διευθυντή ορχήστρας, συνθέτη και Διευθυντή Μουσικής του BBC από το 1924 έως το 1930. Αυτή η ηχογράφηση έγινε στις 23 Φεβρουαρίου 1926 και περιλαμβάνει το Intermezzo της Πράξης 2 από την όπερα I gioielli della Madonna του Wolf‑Ferrari. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι το 1926 σηματοδοτεί μια σημαντική περίοδο για τη δισκογραφία της όπερας, κατά την οποία τα λυρικά έργα αρχίζουν να ηχογραφούνται σε εθνικές γλώσσες, πέρα από την πρωτότυπη γλώσσα τους. Η πρακτική αυτή αντικατοπτρίζει την προσπάθεια των δισκογραφικών εταιρειών να κάνουν την όπερα προσιτή σε μεγαλύτερα ακροατήρια.


