
Με sms ήρθε η πρόταση από τον Δημήτρη Κανελλόπουλο. Να φτιάξουμε μια στήλη. Kαι να γράφεις ό,τι έχεις κέφι. Εκεί στάθηκα. Στο Ό,τι έχεις κέφι. Δεκαπέντε χρόνια κάνω τη δουλειά του δημοσιογράφου. Πάντα με σχέδιο, με αναθέσεις. Συνεντεύξεις, κομμάτια, στήλες. Ποτέ δεν έγραψα ό,τι μου κατεβεί στο κεφάλι. Και θέλω να το κάνω.
Σε αυτή την τόσο δύσκολη περίοδο, που η χαρά περνάει από το σουρωτήρι και στραγγίζονται οι χυμοί της, θέλω ένα κείμενο να μου δώσει αυτό που μου είπε ο Κανελλόπουλος: κέφι. Προσοχή όμως. Δε μιλάω για κέφι με την τουριστική έννοια, που θέλει τη λέξη να εμφανίζεται μόνο στα ελληνικά, να μεταφράζεται kefi (σε ποια ταινία, αλήθεια, το είδα πρόσφατα αυτό;) και να δηλώνει τη φύση του Έλληνα (ή του Ελληνάρα, θα σας γελάσω). Kefi σημαίνει syrtaki, τον Ωνάση να χορεύει, πιάτα να σπάνε στα πόδια του μπουζουξή. Κέφι, όπως το θέλω εγώ, σημαίνει να γράψω για χαρά όταν νιώθω χαρά, για λύπη όταν νιώθω λύπη, με οργή άμα είμαι οργισμένος, με ευτυχία άμα είμαι ευτυχισμένος. Κέφι είναι η ελαφρότητα του να δω MasterChef ένα βράδυ ή η βαρύτητα του να μην ανοίξω την τηλεόραση. Κέφι είναι να το γυρίσω στον Ρυθμό 94,9 για ένα σουξέ ή να βυθιστώ στη φωνή του Μπιθικώτση, μια βραδιά στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Κέφι είναι ό,τι με τιμά και ό,τι με υποτιμά, το ακριβό μου και το ταπεινό μου ένστικτο. Είναι τέτοια η εποχή, είναι τέτοια η πίεση από παντού που ένα ελεύθερο κείμενο μπορεί να είναι σαν μια ελεύθερη πράξη, ένα γκράφιτι, μία μουντζούρα ή ένα σύνθημα στον τοίχο. Χάπι, δώρο ή αντίδωρο.

Μ αυτά και μ αυτά τον έφαγα το χώρο και κείμενο δεν έγραψα. Από την επόμενη φορά, λοιπόν. Μόνο κάτι που χωράει σε λίγες λέξεις προλαβαίνω: Είδα στους Πρωταγωνιστές του Σταύρου Θεοδωράκη την κοινή συνέντευξη Καμίνη Μπουτάρη και το αποφάσισα. Θέλω για Δήμαρχο Αθηναίων τον Γιάννη Μπουτάρη. Κι αν δεν μπορεί να γίνει, μπορώ να το πω.