
Η κρίση, η οποία ξέσπασε τελευταίως στα ελληνικά ΜΜΕ και έχει τρομοκρατήσει ολόκληρο το μιντιακό σινάφι δεν είναι μόνον οικονομική. Δεν είναι καν τωρινή. Οι ρίζες της άρχισαν να απλώνονται προ εικοσαετίας, την περίοδο έναρξης λειτουργίας των δημοτικών και ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών οι οποίοι υιοθέτησαν την ίδια προπαγανδιστική λογική την οποία, προ πολλού, πέρασαν στα έντυπα τους, οι δημοσιογραφικοί οργανισμοί ημερησίων εφημερίδων και περιοδικών εκδόσεων. Και όσο η ελληνική κοινωνία εφησυχασμένη καθόταν βολικά στον καναπέ της και δεν πολυνοιαζόταν για το περιεχόμενο των ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων και των εφημερίδων παρά μόνο για τις προσφορές (CD, DVD, τσάντες, τσόντες και κουπόνια για συμμετοχή σε κληρώσεις σπιτιών, αυτοκινήτων κ.λ.π), όλα κυλούσαν κανονικά σαν να μη συνέβαινε το παραμικρό.
Όπως έγραψε κι ο Πάσχος Μανδραβέλης στο κυριακάτικο φύλλο της Καθημερινής, το περίεργο είναι, ότι, στην κρίση των '80 αντί να περιορισθεί ο αριθμός των εκδόσεων λόγω της μεγάλης πτώσης της κυκλοφορίας του αριθμού φύλλων η οποία προσέγγισε το 80%, παρουσιάστηκε το φαινόμενο του πολλαπλασιασμού τους με την κυκλοφορία καινούργιων ημερησίων και περιοδικών εντύπων. Πως συνέβη αυτό; Πολύ απλά: Οι μεγάλοι παραδοσιακοί εκδότες με την γνωστή κομματική ταυτότητα τους και οι προωθημένοι επίδοξοι εκδοτίσκοι από το εκάστοτε κυβερνών κόμμα, είχαν ως οικονομικό αποκούμπι την κρατική επιχορήγηση και τις διαφημίσεις των Δ.Ε.Κ.Ο. Έτσι, με πρόσοδο την κρατική ενίσχυση και το περίσσευμα της αγοράς, ξεπερνούσαν την όποια κρίση δίχως να πολυσκοτίζονται για τα προβλήματα της κοινωνίας και γι αυτό που επρόκειτο να ακολουθήσει. Αντί, έστω κάποιου υποτυπώδους κοινωνικού προσανατολισμού, προωθούσαν αποκλειστικά τις απόψεις και τις θέσεις των κομματικών και των επιχειρηματικών συμφερόντων με αποτέλεσμα το τιράζ των εντύπων να κινείται μόνον στους κύκλους εκείνους που τους αφορούσε η αρθρογραφία. Κι όσο προχωρούσε η κατρακύλα των φύλλων, αντί να κάτσουν να σκεφθούν και να εμπλουτίσουν το περιεχόμενο τους και να αναβαθμίσουν την ύλη τους, κατέφυγαν σε περιφερειακά κίνητρα αγοράς για την αύξηση των φύλλων απομειώνοντας έτσι τον εκδοτικό χαρακτήρα τους. Από που, λοιπόν, περίμεναν αύξηση της κυκλοφορίας των εντύπων; Από που περίμεναν αύξηση της τηλεθέασης και της ραδιοφωνικής ακρόασης όταν, μόνο οι επιχειρηματικοί και οι κομματικοί παράγοντες είχαν “Φωνή” εκτός, από την ελληνική κοινωνία;
Όλη αυτή η “μικρομιντιακή” παρέα η οποία, επί χρόνια πολλά, έχτιζε την αυτοκρατορία της με το χρήμα του δημοσίου (του Έλληνα φορολογούμενου, δηλαδή) και προσέβαλε κατάμουτρα με τον πλέον βάναυσο τρόπο, έγκριτους αρθρογράφους της δημοσιογραφίας, της επιστημονικής κοινότητας και του πνευματικού κόσμου, προωθώντας τα διαφημιστικά σποτάκια των προσφορών αντί του περιεχομένου, αποδείχθηκε με την κρίση πως: ούτε κουλτούρα είχε, ούτε άποψη, ούτε κοινωνική ευαισθησία. Προς τι, λοιπόν, ο πανικός;... Προς τι, τα σηκωμένα χέρια ψηλά; Τόση φαιά ουσία συγκεντρωμένη σε έναν κλάδο, είναι δυνατόν να την “κάψανε” με το πρώτο δυνατό ταρακούνημα;
Όπως έγραψε κι ο Πάσχος Μανδραβέλης στο κυριακάτικο φύλλο της Καθημερινής, το περίεργο είναι, ότι, στην κρίση των '80 αντί να περιορισθεί ο αριθμός των εκδόσεων λόγω της μεγάλης πτώσης της κυκλοφορίας του αριθμού φύλλων η οποία προσέγγισε το 80%, παρουσιάστηκε το φαινόμενο του πολλαπλασιασμού τους με την κυκλοφορία καινούργιων ημερησίων και περιοδικών εντύπων. Πως συνέβη αυτό; Πολύ απλά: Οι μεγάλοι παραδοσιακοί εκδότες με την γνωστή κομματική ταυτότητα τους και οι προωθημένοι επίδοξοι εκδοτίσκοι από το εκάστοτε κυβερνών κόμμα, είχαν ως οικονομικό αποκούμπι την κρατική επιχορήγηση και τις διαφημίσεις των Δ.Ε.Κ.Ο. Έτσι, με πρόσοδο την κρατική ενίσχυση και το περίσσευμα της αγοράς, ξεπερνούσαν την όποια κρίση δίχως να πολυσκοτίζονται για τα προβλήματα της κοινωνίας και γι αυτό που επρόκειτο να ακολουθήσει. Αντί, έστω κάποιου υποτυπώδους κοινωνικού προσανατολισμού, προωθούσαν αποκλειστικά τις απόψεις και τις θέσεις των κομματικών και των επιχειρηματικών συμφερόντων με αποτέλεσμα το τιράζ των εντύπων να κινείται μόνον στους κύκλους εκείνους που τους αφορούσε η αρθρογραφία. Κι όσο προχωρούσε η κατρακύλα των φύλλων, αντί να κάτσουν να σκεφθούν και να εμπλουτίσουν το περιεχόμενο τους και να αναβαθμίσουν την ύλη τους, κατέφυγαν σε περιφερειακά κίνητρα αγοράς για την αύξηση των φύλλων απομειώνοντας έτσι τον εκδοτικό χαρακτήρα τους. Από που, λοιπόν, περίμεναν αύξηση της κυκλοφορίας των εντύπων; Από που περίμεναν αύξηση της τηλεθέασης και της ραδιοφωνικής ακρόασης όταν, μόνο οι επιχειρηματικοί και οι κομματικοί παράγοντες είχαν “Φωνή” εκτός, από την ελληνική κοινωνία;
Όλη αυτή η “μικρομιντιακή” παρέα η οποία, επί χρόνια πολλά, έχτιζε την αυτοκρατορία της με το χρήμα του δημοσίου (του Έλληνα φορολογούμενου, δηλαδή) και προσέβαλε κατάμουτρα με τον πλέον βάναυσο τρόπο, έγκριτους αρθρογράφους της δημοσιογραφίας, της επιστημονικής κοινότητας και του πνευματικού κόσμου, προωθώντας τα διαφημιστικά σποτάκια των προσφορών αντί του περιεχομένου, αποδείχθηκε με την κρίση πως: ούτε κουλτούρα είχε, ούτε άποψη, ούτε κοινωνική ευαισθησία. Προς τι, λοιπόν, ο πανικός;... Προς τι, τα σηκωμένα χέρια ψηλά; Τόση φαιά ουσία συγκεντρωμένη σε έναν κλάδο, είναι δυνατόν να την “κάψανε” με το πρώτο δυνατό ταρακούνημα;